Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ηπειρώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά 2.




ΣαρακατσάναΤα φορέματα
Ο κύριος σκοπός του φορέματος είναι να καλύπτει το σώμα από την μέση και κάτω. Μπορεί να έχει πανωκόρμι μονοκόμματο, ανοιχτό στην μέση, ή με τιράντες, μανικωτό ή αμάνικο. Όταν δεν έχει, τότε λέγεται φούστα. Υπάρχουν και εδώ πάρα πολλές παραλλαγές στο σχέδιο και στην ονομασία: φουστάνι, φόρεμα, τσούκνα, βελέσι, σάρτζα κλπ. Φοριέται πάνω από το πουκάμισο.
Η φούστα είναι από μονοκόμματο ύφασμα ή από πολλά κομμάτια οριζόντια ή κατακόρυφα. Ο ποδόγυρος είναι κεντητός, ή από πρόσθετο κομμάτι διαφορετικού χρώματος. Σε ορισμένα μέρη φοριούνται πολλές φούστες η μια πάνω στην άλλη. Το περισσότερο κέντημα είναι στον κόρφο. Το κέντημα της φούστας μπορεί να είναι διακριτικό γνώρισμα της παντρεμένης από την ανύπαντρη, ή ακόμα να δίνει περισσότερες πληροφορίες για την κοινωνική θέση της γυναίκας. Στον χορό το φουστάνι υπογραμμίζει τις κινήσεις των γοφών και τις στροφές. Παράλληλα όμως κρύβει τις κινήσεις των ποδιών ώστε οι γυναίκες να μην χρειάζεται να κάνουν πολύπλοκα βήματα.
Οι ποδιές
Αρχικά, η ποδιά είναι ένα εξάρτημα με την σαφή πρακτική χρησιμότητα να προφυλάσσει το μπροστινό κάτω τμήμα της φορεσιάς, που είναι περισσότερο εκτεθειμένο στο λέρωμα και την φθορά. Αυτές οι ποδιές φτιάχνονται από ένα απλό κομμάτι ύφασμα,Σούλι μπαμπακερό ή μάλλινο, συνήθως με τσέπες και σπάνια με κανένα στολίδι.
Υπάρχει όμως και μια άλλη ποδιά για τις γυναίκες, η γιορτινή, που δεν έχει κανένα πρακτικό σκοπό αλλά είναι αποκλειστικά διακοσμητική. Η ποδιά σαν τμήμα της γιορτινής φορεσιάς συνηθίζεται σε όλες σχεδόν τις ηπειρωτικές περιοχές. Επειδή ακριβώς αποτελεί ένα πρόσθετο κομμάτι, και μάλιστα σε πολύ εμφανές σημείο του σώματος, προσφέρεται ιδιαίτερα για την έκφραση της αισθητικής δημιουργικότητας των γυναικών. Πάνω στην επιφάνεια αυτή αποκρυσταλλώνεται η συμβολική εικόνα με την οποία διαφοροποιείται το ένα χωριό από το άλλο: η ποδιά είναι ένα είδος σημαίας.
Κατασκευαστικά, η ποδιά έχει είτε ορθογώνιο είτε τραπεζοειδές σχήμα. Χρησιμοποιούνται όλων των ειδών τα υφάσματα; από το χοντρό υφαντό μέχρι το πιο πολυτελές αγοραστό. Στο επάνω μέρος μπορεί να υπάρχει ένα ιδιαίτερο κομμάτι ύφασμα εκεί που ακουμπάει η πόρπη της ζώνης, για να μην φθείρεται. Η ποικιλία στα χρώματα είναι επίσης πολύ μεγάλη, εναρμονισμένη όμως με τα χρώματα της υπόλοιπης φορεσιάς. Το ράψιμο και το κέντημα γίνεται σχεδόν πάντα από τις γυναίκες, σπάνια από τους ραφτάδες.
Τα κεφαλοδέματα
Τα στολίσματα των μαλλιών και του κεφαλιού είναι τόσο ποικίλα που δύσκολα επιτρέπουν γενίκευση. Συνήθως καλύπτουν όλο το κεφάλι αφήνονtας ελεύθερο μόνο το πρόσωπο, στην νυφική φορεσιά είναι σκεπασμένο κι αυτό μέχρις ότου η πεθερά ή ο γαμπρός αποκαλύψουν τελετουργικά την νύφη.
ΔρόποληΟι φορεσιές μένουν, αλλά τα μαντηλοδέματα ήταν ολόκληρη τέχνη που στις περισσότερες φορές έχει σήμερα χαθεί γιατί δεν μεταδόθηκε στις νεότερες γυναίκες. Ο στολισμός του κεφαλιού της νύφης ήταν η πιο περίτεχνη εργασία, γι’ αυτό την αναλάμβαναν οι εμπειρότερες γυναίκες του χωριού. Ο γενικός κανόνας είναι να τονίζεται σαφώς η διαφορά ανάμεσα στο κεφαλόδεμα της ελεύθερης και της παντρεμένης, υπάρχουν όμως διακριτιkές παραλλαγές ανάλογα με την φάση της ζωής της γυναίκας. Τις φάσεις αυτές, που προσδίδουν την αντίστοιχη κοινωνική θέση και αναγνώριση, μπορούμε να ορίσουμε προσεγγιστικά ως εξής: κοριτσάκι, στο νυφοπάζαρο, αρραβωνιασμένη, νύφη, παντρεμένη, ηλικιωμένη, με δύο παιδιά, σε πένθος, χήρα. Κάθε φάση υποδηλώνεται από την φορεσιά, αλλά ιδιαίτερα από τον κεφαλόδεσμο. Επί πλέον βέβαια υπάρχουν οι παραλλαγές ανάλογα με την περίσταση: στο σπίτι, στην γειτονιά, στο χωράφι, στην γιορτή, στην εκκλησία, το χειμώνα, το καλοκαίρι κλπ.
Το χτένισμα στα χωριά είναι σχεδόν πάντα το ίδιο, τα μαλλιά πλέκονται σε δύο κοτσίδες. Πριν από τον γάμο οι κοτσίδες κρέμονται στην πλάτη, ενώ οι παντρεμένες μπορούν να τις γυρίζουν πάνω στο κεφάλι σε διάφορα σχέδια. Οι κοτσίδες της νύφης πλουμίζονται με φλουριά, κοσμήματα, γαϊτάνια, λουλούδια και άλλα στολίδια. Στην κορυφή του κεφαλιού στερεώνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμα της παντρεμένης, ένα διπλωμένο μαντήλι ή τυλιγμένο πανί που έχει σκοπό να εμφανίσει υπερυψωμένο το συνολικό χτένισμα. Στο μέτωπο κρέμεται μια κορδέλα με ή χωρίς νομίσματα. Από πάνω δένονται τα διάφορα μαντήλια. Αλλού φοριέται μικρό καλπάκι ή φέσι.
Μαντήλια γενικά λέγονται αυτά που έχουν τετράγωνο σχήμα, ενώ οι μπόλιες είναι στενόμακρες. Το τσεμπέρι είναι ένα μεγάλο μαντήλι από λεπτό ύφασμα, ενώ το φακιόλι είναι αυτό που δένεται κάτω από το κυρίως μαντήλι. Τα πολύ απλά φτιάχνονται στο σπίτι, τα περισσότερα όμως τα φέρνουν οι πραματευτάδες ή οι ξενιτεμένοι. Στον χορό μεσολαβεί ώστε να μην πιάνονται από το χέρι άντρας με γυναίκα, μ' αυτό κρατιέται από τον δεύτερο αυτός που σέρνει ώστε να κάνει εύκολα στροφές.
Φουστανέλα
Στην ηπειρωτική Ελλάδα η πιο συνηθισμένη αντρική φορεσιά αποτελείται από την πουκαμίσα, ένα απλό ρούχο με μανίκια που φοριέται πάνω από το εσωτερικό πουκάμισο, κουμπώνει μπροστά, και μπορεί να φτάνει μέχρι τα γόνατα. Καθώς η μέση σφίγγεται με το ζωνάρι, η πουκαμίσα ανοίγει προς τα κάτω και σχηματίζει δίπλες στον ποδόγυρο. Οι δίπλες αυτές είναι ένδειξη πολυτέλειας και στην προσπάθεια να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερες δημιουργήθηκε σταδιακά ένα ιδιαίτερο ρούχο, η φουστανέλα. Μια πλούσια φουστανέλα μπορεί να έχει μέχρι 400 λαγκιόλια, χρειάζεται δηλαδή σχεδόν ένα τόπι ύφασμα για να γίνει. Όταν είναι από χοντρό ύφασμα του αργαλειού χρειάζεται πανωκόρμι για να κρατάει το βάρος της, οπότε λέγεται κορμοφουστανέλα. Η φουστανέλα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στον χορό γιατί δίνει έμφαση στις στροφές και στα πηδήματα.
Γυναικεία Φορεσιά Δωδώνης Ιωαννίνων Ηπείρου
Η φορεσιά της Δωδώνης είναι μια από τις αξιόλογες φορεσιές της Ηπείρου. Αντικατοπτρίζει τα αυστηρά ήθη και τις παραδόσεις της κλειστής κοινωνίας των Ηπειρωτών.
Αποτελείται από το σιγκούνι, το πουκάμισο, τη φούστα, τη ποδιά και το μαντήλι.
Πιο αναλυτικά, το πουκάμισο, το οποίο είναι και το βασικό ένδυμα κάθε γυναικείας φορεσιάς, είναι κλειστό με κατακόρυφο άνοιγμα ως το λαιμό.
Το πουκάμισο καθώς και η φούστα είναι συνήθως στον ίδιο χρωματισμό και από το ίδιο ύφασμα κατασκευασμένο. Το σιγκούνι ή φλοκάτα είναι αμάνικο πανωφόρι κατασκευασμένο από μαύρο χοντρό ύφασμα και στολισμένο με κορδέλες και κεντήματα από γαϊτάνι.
Στη μέση δένουν τη μαύρη ποδιά, η οποία είναι έντονα διακοσμημένη στο κάτω μέρος της.
Στο κεφάλι δένουν το μαύρο μαντήλι που στολίζεται από δαντέλα σε διάφορους χρωματισμούς. Ως συμπλήρωμα της φορεσιάς φορούν στη μέση το ασημοζούναρο, ασημένια πόρπη με ζώνη και στο στήθος τα φλουριά.Μπουραζάνα
Στα πόδια φορούν κάλτσες και μαύρα παπούτσια.
Ανδρική Φορεσιά Μπουραζάνα Ηπείρου
Μια χαρακτηριστική ανδρική φορεσιά είναι αυτή της Ηπείρου. Τη χαρακτηρίζει η λιτότητα στη μορφή και ο αρμονικός συνδυασμός των χρωμάτων. Αποτελείται από το παντελόνι που είναι συνήθως σε μπεζ ή άσπρο χρώμα φτιαγμένο από χονδρό ύφασμα, τη λεγόμενη τσόχα και λέγεται μπουραζάνα ή βρακοπαντέλονο.
Το πουκάμισο που φτιάχνεται συνήθως από βαμβακερό ύφασμα σε άσπρο χρώμα ή σε διάφορες καρό αποχρώσεις. Ανάλογα με την περιοχή έχει στενά ή φαρδιά μανίκια.
Το αμάνικο γιλέκο φτιάχνεται από μάλλινο ύφασμα σε σκούρα απόχρωση.
Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς είναι επίσης το ζωνάρι, μονόχρωμο ή ριγέ πολύχρωμο από δίμιτο ύφασμα που μπαίνει στη μέση, το γούνινο καλπάκι για το κεφάλι, και η ασημένια αλυσίδα ή ο σταυραετός που στολίζει το στήθος.
Στα πόδια φορούν μαύρα παπούτσια ή τσαρούχια ανάλογα με την περιοχή.

Ηπειρώτικη παραδοσιακή Φορεσιά .


Τα ενδύματα μεταφέρουν πληροφορίες για την κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων. Χωρίζονται σε δύο μεγάλεςΙωάννινακατηγορίες α) τα γυναικεία και β) τα ανδρικά. Κάθε ενδυμασία μπορεί να δηλώνει:
  • κοινωνική θέση (π.χ. αρραβωνιασμένη, παντρεμένη, νεόνυμφη, χήρα)
  • ποιότητα και αισθητική κάθε περιοχής (καθημερινή, γιορτινή, νυφική),
  • κοινωνική τάξη (αστική, χωρική).
Η φορεσιά εξαρτάται από
  • το κλίμα,
  • το φύλο,
  • τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες,
  • την ιστορική πορεία και τις πολιτικές επιδράσεις που δέχτηκε η κάθε γεωγραφική περιοχή.
Διαφέρει ανάλογα με την ηλικία και την κοινωνική θέση εκείνου που τη φοράει. Tα στοιχεία της φορεσιάς π.χ. μιας νέας κοπέλας διαφέρουν από εκείνα της αρραβωνιασμένης ή της παντρεμένης, της χήρας και της γυναίκας που ο άντρας της λείπει στην ξενιτιά.
ΚόνιτσαΟι ανδρικές από τις γυναικείες φορεσιές διαφέρουν πολύ μεταξύ τους: η ανδρική έχει λίγα κεντήματα και είναι σε λιτή και αυστηρή  γραμμή ενώ η γυναικεία ποικίλλει ανάλογα με τη γυναίκα και  την κλίση της προς τον καλλωπισμό.
Ένα σημαντικό μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς είναι τα καλλωπιστικά της στοιχεία τα οποία, αποτελούν σύμβολα. Για παράδειγμα, ένας σταυρός συμβολίζει τη θρησκεία, ένα καράβι τη ζωή, ένα λουλούδι τη νεότητα. Επίσης ένα χρώμα ή κάποιο σχήμα συμβολίζουν κάποιες αξίες.
Οι ελληνικές φορεσιές του παρελθόντος είναι επηρεασμένες από την Τουρκοκρατία όπως επίσης δηλώνεται και ο εθνικός δυναμισμός κάθε φορεσιάς.


Το πουκάμισο
Το πουκάμισο είναι κοινό κομμάτι σε όλες τις φορεσιές, αντρικές ή γυναικείες, και το τελευταίο που διατηρήθηκε έστω και φορεμένο κάτω από τα δυτικά ρούχα. Είναι φτιαγμένο από μπαμπακερό ύφασμα, αλλά και λινό ή μεταξωτό, ανάμεικτα με καννάβι ή μαλλί. Συνήθως είναι άσπρο, πάντα κλειστό με άνοιγμα για τον λαιμό και συχνά με μανίκι. Κατασκευάζεται στο σπίτι, μόνο στις πόλεις είναι αγοραστό. Η διακόσμησή του είναι υφαντή, κεντητή ή πρόσθετη στα σημεία που φαίνονται. Στις άκρες μπορεί να έχει δαντέλες, κρόσσια και κορδέλες.
Φοριέται κατάσαρκα, ή πάνω στην φανέλα από τους άντρες. Το πουκάμισο είναι το πιο προσωπικό από τα τμήματα μιας φορεσιάς,Μέτσοβογι' αυτό δεν αλλάζει μορφή ανάλογα με την κοινωνική θέση του ατόμου. Συχνά φέρει μικρά σημάδια του ιδιοκτήτη, λουλουδάκια, μονόγραμμα κ.τ.λ.
Οι επενδύτες
«Επενδύτης» είναι μια ονομασία που δίνουμε για τα: καβάδι, αντερί, καπλαμάς, σαγιάς, καφτάνι, σιγκούνι και πολλές άλλες.
Το κόψιμο είναι παρόμοιο με του πουκάμισου με την διαφορά ότι έχει κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά. Αποτελείται από τη μάνα μπρος-πίσω, τα λαγκιόλια στα πλάγια, και τα μανίκια. Αντίθετα με το πουκάμισο, ράβεται από ειδικό μάστορα, τον τερζή, που βάφει το ύφασμα, το κόβει, το ράβει και το κεντάει με το ειδικό τερζήδικο κέντημα. Στο κέντημα αυτό, ένα χρυσό ή χρωματιστό κορδόνι (γαϊτάνι) ράβεται πάνω στην τσόχα σε σπειροειδή σχέδια. Το ύφασμα είναι βαμβακερό, υφαντό ή μάλλινο, αλλά και από διάφορα αγοραστά υφάσματα, με φλόκους εσωτερικά ή φορδαρισμένο. Το μήκος εμφανίζεται αρχικά μεγάλο, φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, με τάση να κονταίνει με τον χρόνο. Το χρώμα, αρχικά λευκό, γίνεται λουλακί, μπλε ή μαύρο.
Στολίζεται στα πιο εμφανή σημεία, κυρίως στις άκρες, με κέντημα ή με πρόσθετα κομμάτια ύφασμα. Όταν είναι αμάνικο ή κοντομάνικο, τότε δίνεται περισσότερη έμφαση στο στόλισμα των μανικιών του πουκαμίσου που προεξέχουν. Αποτελεί το κεντρικό κομμάτι της φορεσιάς, γι' αυτό σημειώνει την συγκινησιακή κατάσταση της γυναίκας: ανασκουμπωμένο στον χορό και κατεβασμένο στην λύπη ή στην εκκλησία.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ



ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

Τα βασικά εργαλεία για την ύφανσηΜπορεί ο αργαλειός να είναι ο βασικός κορμός για την ύφανση αν δεν υπήρχαν όμως μια σειρά από άλλα εργαλεία θα ήταν αδύνατη η επιτυχημένη ύφανση. Τα χειρόχτενα, ήταν βασικά για να ξαίνουν τα μαλλιά τα οποία τοποθετούσαν στη συνέχεια στη ρόκα και με την μαγική βοήθεια του αδραχτιού δημιουργούσαν το νήμα. Μετά την επεξεργασία και το βλάψιμο του το έβαζαν στην ανέμη και το τύλιγαν στα καλάμια ή στις σαΐτες. Κάθε χωριό είχε τουλάχιστο μία γυναίκα η οποία ήξερα να μετρά και να «αδειάζει» όπως έλεγαν το στημόνι που θα τοποθετούσαν μετά στον αργαλειό για να στήσουν εκεί πάνω τα ξόμπλια και τα σχέδια τους. Μετά το άδειασμα που γινόταν σε ανοικτούς χώρους ακολουθούσε το πέρασμα στον αργαλειό. Κάθε νήμα έπρεπε να περάσει από τους μίτους που είναι συνδεδεμένοι με τις πατητήρες, από τους μίτους περνούσε στο χτένι το βασικό εργαλείο που βρίσκεται ανάμεσα στις αυστηρές γεωμετρικές γραμμές οι οποίες με την βοήθειά τους και τις υφάντρας τα νήματα μετατρέπονται σε σχέδια και ανεκτίμητα έργα τέχνης
ΥΦΑΝΣΗ :
Τα νήματα στημονιού και υφαδιού διασταυρώνονται σε κάθετες διευθύνσεις για να μετασχηματιστούν σε ύφασμα. Το σύνολο διαδικασιών-λειτουργιών των διαφόρων μηχανισμών του αργαλειού, που απαιτείται για την παραγωγή υφαντού υφάσματος, ονομάζεται ύφανση.
Για την "απλή ύφανση", ο αργαλειός απαιτείται να έχει δύο τελάρα. Στα μιτάρια κάθε τελάρου είναι περασμένα ένα παρά ένα τα νήματα στημονιού.
Τα στάδια της απλής ύφανσης είναι τα εξής:
1. Δημιουργία ανοίγματος νημάτων στημονιού
2. Πέρασμα του φορέα υφαδιού μέσα από το άνοιγμα του στημονιού και εναπόθεση του υφαδιού.
3. Χτύπημα του υφαδιού από το χτένι προς το παραγόμενο ύφασμα.
4. Σταδιακή εκτύλιξη του στημονιού
5. Τμηματικό τύλιγμα του παραγόμενου υφάσματος και επανάληψη από το στάδιο 1 με εναλλακτική κίνηση των τελάρων.
<αριθμός>ΝΗΜΑΤΑ---ΣΤΗΜΟΝΙ
Προετοιμασία Νημάτων
Τα νήματα υφαδιού και στημονιού χρειάζονται κάποια προετοιμασία πριν αρχίσει η ύφανση. Για τα νήματα υφαδιού απαιτείται το Μασούρισμα, ενώ η προετοιμασία του στημονιού ολοκληρώνεται σε τρία στάδια: το Διάσιμο, το Κολλάρισμα και το Μίτωμα.
Με το Διάσιμο γίνεται μια ομοιόμορφη και παράλληλη τακτοποίηση των νημάτων σε ορισμένο πλάτος και περιτύλιξή τους με σταθερή τάση στο Ρόλο του στημονιού.
Επειδή τα νήματα στημονιού υπόκεινται σε ισχυρές εφελκυστικές τάσεις κατά τη διάρκεια της ύφανσης, πρέπει να είναι αρκετά μεγάλης αντοχής. Μια αύξηση της αντοχής των νημάτων γίνεται με το Κολλάρισμα.
Η τοποθέτηση των νημάτων στημονιού στον αργαλειό γίνεται με το Μίτωμα.
Συγκεκριμένα, τα νήματα πρέπει να περαστούν μέσα από τα "μάτια" των μιταριών και από τις θυρίδες του "χτενιού". Το μίτωμα γίνεται σύμφωνα με το προκαθορισμένο σχέδιο υφάσματος.

Μαστίχα Χίου.


Μοναδικό φυσικό προϊόν με θεραπευτικές ιδιότητες είναι η μαστίχα Χίου. Από την αρχαιότητα υπάρχουν αναφορές σε κείμενα ιατρών όπως ο Διοσκουρίδης και ο Γαληνός, για ανακούφιση συμπτωμάτων του πεπτικού συστήματος μετά από θεραπεία με μαστίχα. Οι αναφορές αυτές συνεχίζονται στους επόμενους αιώνες από τους Αραβες γιατρούς και φιλοσόφους, καθώς και από περιηγητές που επισκέφθηκαν τη Χίο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Στη σύγχρονη μονάδα παραγωγής μπορούν να παραχθούν έως και 20.000 κάψουλες ανά ώραΣτη σύγχρονη μονάδα παραγωγής μπορούν να παραχθούν έως και 20.000 κάψουλες ανά ώραΤα τελευταία χρόνια η Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου (ΕΜΧ) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μελέτες που αφορούν τη χρήση μαστίχας ως θεραπευτικού μέσου. Επιστημονικές προσεγγίσεις επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς σχετικά με τις θεραπευτικές ιδιότητες στο πεπτικό σύστημα. Από τη δεκαετία του '90 έγιναν μελέτες για τη δράση της μαστίχας στο ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, όπου έχουμε σημαντικά αποτελέσματα, και στη συνέχεια για την αντιμετώπιση προβλημάτων δυσπεψίας όπως και για τη νόσο του Crohn.
Ετσι, εδώ και 4 χρόνια, η έρευνα επικεντρώνεται, τόσο σε επίπεδο εργαστηρίου όσο και στον οικονομικό τομέα, στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε η μαστίχα να κυκλοφορεί με τη μορφή κάψουλας ως συμπλήρωμα διατροφής.
Στις 7 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους η ΕΜΧ εξασφάλισε την ειδική άδεια από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων για δυνατότητα παραγωγής προϊόντων ειδικής διατροφής με τη μορφή «μαστίχα Χίου σε κάψουλα».
«Ανοίγει ένας καινούργιος δρόμος για τη μαστίχα. Ενα καινούργιο πεδίο που έχει εν δυνάμει πελάτες όλους αυτούς που έχουν ένα πρόβλημα υγείας και θέλουν να δουν μια βελτίωση», μας τόνισε ο πρόεδρος της Ενωσης, Κώστας Γανιάρης.
«Είναι σημαντικό ότι όλες οι κλινικές μελέτες τα τρία τελευταία χρόνια έχουν γίνει με τη χρήση της συγκεκριμένη κάψουλας, η οποία είναι φυσική μαστίχα Χίου, ενώ το εξωτερικό κάλυμμα είναι φυτικής προέλευσης. Ενα, δηλαδή, καθαρά φυτικό σκεύασμα», μας λέει ο υπεύθυνος παραγωγής, γεωπόνος Ηλίας Σμυρνιούδης.
«Σαν ιδέα υπήρχε από το 2007, αλλά στην ουσία ξεκίνησε πριν από περίπου 14 μήνες όταν δημιουργήθηκαν οι νέοι χώροι του εργοστασίου της Ενωσης Μαστιχοπαραγωγών. Μετά την αδειοδότηση από τον ΕΟΦ, το αμέσως επόμενο στάδιο είναι η παραγωγή και παρουσίαση του προϊόντος», τονίζει ο χημικός Γιάννης Μπενοβίας, προϊστάμενος του εργοστασίου τσίχλας.
Ρωτούμε τους δύο νέους επιστήμονες που εργάζονται για λογαριασμό της ΕΜΧ ποιο ήταν το κύριο κίνητρο για την παραγωγή της κάψουλας μαστίχας.
«Ο καταναλωτής που ξέρει τις ιδιότητες της μαστίχας και τη χρησιμοποιεί για στομαχικές διαταραχές αλλά και για διάφορες άλλες παθήσεις ήθελε να έχει τη μαστίχα σε μια μορφή που θα ήταν εύκολη στην κατάποση. Αντί να έχει δηλαδή τη σκόνη που δεν διαλύεται στο νερό, είναι δύσκολη στην κατάποση και μένει σαν ουσία στο στόμα, προχωρήσαμε στην παραγωγή κάψουλας που εύκολα μπορεί να την πάρει ο καταναλωτής.
Εκτός αυτού, σκοπός μας είναι η μαστίχα, από ένα ακριβό μεν αλλά μπαχαρικό, να περάσει σε μια άλλη χρήση που είναι καθαρά η συμβολή της στην ανθρώπινη υγεία. Και να ανοίξουν καινούργιες αγορές, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο», τονίζει ο κ. Σμυρνιούδης.
Μέσω της ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο, η Ενωση Μαστιχοπαραγωγών έχει εφοδιαστεί με τα κατάλληλα μηχανήματα. Λόγω των ιδιαίτερων δυσκολιών που παρουσιάζει η μαστίχα (κολλά πολύ εύκολα) χρειάστηκαν αρκετές δοκιμές έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις. Σύμφωνα με το τμήμα marketing, η κάψουλα θα είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει στα τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου.
Η παραγωγή μπορεί να φτάνει περίπου στις 20.000 κάψουλες ανά ώρα. Κατ' αρχάς θα κυκλοφορεί σε πλαστικά μπουκαλάκια των 90 τεμαχίων για μια θεραπεία ενός μήνα. Θα κυκλοφορεί σε φαρμακεία και στα καταστήματα μαστίχας, αποτελώντας ένα προϊόν για ειδικούς διατροφικούς σκοπούς. Στην ερώτησή μας αν υπάρχουν παρενέργειες, ο κ. Μπενοβίας είναι κατηγορηματικός ότι σε καμιά κλινική μελέτη δεν έχει διαπιστωθεί κάτι τέτοιο.
«Ολες οι κλινικές μελέτες τα τελευταία 3 χρόνια, και έχουν γίνει 4-5, με δοσολογία τουλάχιστον 2-3 γραμμάρια τη μέρα, δεν έχουν δείξει καμία παρενέργεια. Αντίθετα, όλες έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ότι δηλαδή η μαστίχα συμβάλλει στην υγιεινή του πεπτικού και εντερικού συστήματος», σημειώνει.
Χαμογελώντας ο Ηλίας Σμυρνιούδης σχολιάζει: «Δεν θέλουμε να πούμε ότι η μαστίχα είναι «διά πάσαν νόσον», αλλά αυτή την περίοδο περιμένουμε τα αποτελέσματα από ερευνητικό ίδρυμα της Σουηδίας σχετικά με τα ποσοστά εκρίζωσης του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού. Επίσης, σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο εξετάζεται ο μηχανισμός δράσης της μαστίχας σε σχέση με τη νόσο Crohn. Αλλά και πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο ασχολούνται πειραματικά με τη μαστίχα, όπως στην Κίνα, σε θέματα καταπολέμησης καρκινικών κυττάρων αλλά και σε έρευνες για τη χρήση της μαστίχας σε άτομα με διαβήτη. Μάλιστα, αναμένεται να έχουμε ανακοινώσεις και στο προσεχές συνέδριο για το διαβήτη που θα γίνει μέσα στο χρόνο».
Η μαστίχα χρησιμοποιήθηκε και σε κλινική μελέτη στο Νοσοκομείο της Χίου σε προβλήματα του ανώτερου πεπτικού. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε η επίδραση της μαστίχας σε ασθενείς με δυσπεπτικά ενοχλήματα.
«Τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Το 75% των ασθενών που έλαβαν μαστίχα είχαν σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων, ενώ μόνο 41% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο είχαν ύφεση των συμπτωμάτων. Βρέθηκε ότι συμπτώματα όπως ο πόνος στο στομάχι, ο οπισθοστερνικός καύσος και οι ερυγές βελτιώθηκαν σημαντικά», σημειώνει στο σχετικό σημείωμά του προς την ΕΜΧ ο δρ γαστρεντερολόγος Κωνσταντίνος Ντάμπος, όταν έκανε τη σχετική μελέτη υπηρετώντας στο Σκυλίτσειο Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χίου (σήμερα υπηρετεί στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων). Μάλιστα ο ίδιος τονίζει ότι «η χρήση της μαστίχας στη δυσπεψία μπορεί να αποτελέσει ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας των δυσπεπτικών ενοχλημάτων τον 21ο αιώνα» και η κάψουλα αποτελεί το καλύτερο υλικό για αυτή την προσπάθεια! *


Για τους μη γνωρίζοντες μοιάζει απίστευτο, αλλά είναι αληθινό: «Είμαστε η χώρα που έχει ως δεύτερη μεγαλύτερη αιτία επιβάρυνσης του ελλείμματος στο εμπορικό της ισοζύγιο τις εισαγωγές ζωικών προϊόντων, μετά τις αμυντικές δαπάνες».
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν λέγεται διά στόματος του κ. Κεφαλά, προέδρου αγελαδοτρόφων - γαλακτοπαραγωγών Ελλάδας, που δικαίως (και από την πλευρά του) εκτιμά ότι θα ωφελούσε μια στροφή στην κατανάλωση των ελληνικών προϊόντων διατροφής. Με την προϋπόθεση όμως ότι θα είναι ανταγωνιστικά, ποιοτικά και κάποιοι θα τα παράγουν. Γιατί, κακά τα ψέματα, η αγροτική επιχειρηματικότητα στη χώρα μας είναι κάτι σαν αστείο. Η γη έχει εγκαταλειφθεί και όπου δεν γίνεται πλέον χωράφι σπαρμένο με φωτοβολταϊκά, γίνεται αγώνας να κρατηθεί καλλιεργήσιμη, τώρα που οι επιδοτήσεις αποτελούν παρελθόν και μάλιστα θλιβερό. Απ' την άλλη, όσοι πασχίζουν να δώσουν βιολογικά προϊόντα απαλλαγμένα από φυτοφάρμακα γονατίζουν, κάποιες φορές από τη μανία της φύσης αλλά συνήθως από τη γραφειοκρατία των φορέων (sic) του κράτους, που διακρίνονται για την υποκρισία τους κυρίως απέναντι στους μικρούς παραγωγούς, βιοκαλλιεργητές επιχειρηματίες.
Αντί λοιπόν το κράτος, αυτό τέλος πάντων που έχουμε, να «εκμεταλλευτεί» θετικά (δεδομένων των εξαιρετικών κλιματολογικών συνθηκών) την παραγωγή (υπαίθριων) ανοιξιάτικων και φθινοπωρινών κηπευτικών, εξαιρεί τους βιοκαλλιεργητές που δεν βρίσκονται σε ζώνες Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης από τις επιδοτήσεις.
Οσο για τη βιολογική κτηνοτροφία, αργοσβήνει επειδή η πολιτεία μας δεν κατάφερε να βρει τρόπους ώστε οι παραγωγοί να διαθέτουν το βιολογικό κρέας σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα, κάποιοι επιστρέφουν στον τόπο τους με σημαία την αισιοδοξία και την προσπάθεια για μια νέα αρχή μέσα από την καλλιέργεια της γης.
Κοντολογίς, έρχονται να επενδύσουν ψυχή, κόπο και χρήμα σε έναν χώρο που μπορεί και να φαντάζει «ένα πολλά υποσχόμενο πεδίο οικονομικής δράσης και ανάπτυξης, αλλά κρύβει πολλές παγίδες», όπως λέει ο κ. Καχριμάνης, πρόεδρος του Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας Ελλάδας.
Σ' αυτό το αφιέρωμα βλέπουμε τα πράγματα θετικά και το ποτήρι μισογεμάτο, παρουσιάζοντας ορισμένους παλιούς και νεότερους επιχειρηματίες που επένδυσαν στη γη και στους καρπούς της, παράγοντας ποικιλία προϊόντων. Προϊόντων ιδιαίτερων -καινοτόμων και πρωτοποριακών.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ:


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

Εργαλείο υφαντικής, γνωστό από πολύ παλιά. Στα χωριά μας, χρησιμοποιείται και σήμερα ο παλιός χωριάτικος αργαλειός.
Σ' έναν άξονα είναι τυλιγμένο το στημόνι, δηλαδή το νήμα. Είναι εκείνες οι κλωστές που, αν κοιτάξουμε στο ύφασμα, φαίνονται στο μάκρος τους. Οι κλωστές αυτές περνούν έπειτα από τα "μιτάρια" και στη συνέχεια από κάθε δόντι ενός μεγάλου ξύλινου χτενιού. Η υφάντρα περνάει με τη σαΐτα το υφάδι, δηλαδή το νήμα με το οποίο γίνεται η ύφανση, ανάμεσα στις κλωστές αυτές και μετά τις πιέζει με ένα χτύπημα του χτενιού. Έτσι οι κλωστές σμίγουν και σφίγγουν μεταξύ τους και γίνεται το ύφασμα, πυκνό ή αραιό, ανάλογα με το δυνατό ή ελαφρό χτύπημα του χτενιού. Την ώρα που περνάει τη σαΐτα η υφάντρα, τα μιτάρια ανεβοκατεβαίνουν, γιατί η  υφάντρα πιέζει με τα πόδια της δυο "ποδαρικά" μια το ένα, μια το άλλο κι έτσι διευκολύνεται το πέρασμα της σαΐτας. Η υφάντρα ξέρει πως να μεταχειριστεί τη σαΐτα, για να κάμει και διάφορα σχέδια στο υφαντό.
Στον αργαλειό γίνονται και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα κόβουν σε στενές λωρίδες, τα κάνουν κουβάρια και τα υφαίνουν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων φτιάχνουν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ:
ΜΙΝΩΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
Η υφαντική από την μινωική περίοδο Η μικρή «Θεά των Όφεων» από το ανάκτορο της Κνωσού, είναι το πρώτο παράδειγμα υψηλής ρκής, με την τονισμένη μέση και το σφιχτό κορσάζ, που αναδεικνύει το πάνω μέρος του σώματος. Οι Μινωίτισσες ήταν οι πρώτες μοντέρνες γυναίκες στην ιστορία που πέταξαν από πάνω τους τα χυτά, φιλικά προς το σώμα ρούχα και φόρεσαν ρούχα κομμένα και ραμμένα ώστε να τονίζουν τη λεπτή μέση και κάποια χαρακτηριστικά του σώματος. Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να το διακρίνει κανείς ακόμα και σήμερα στην γυναικεία κρητική φορεσιά. Τα χαρακτηριστικά της, η πλαστικότητα, η εύθυμη, χαρούμενη διάθεση, η τάση να αναδιπλώνεται το ύφασμα σε πτυχές ή οριζόντιες ζώνες και η ανάδειξη του μπούστου είναι μερικά από τα στοιχεία που έχουν διατηρηθεί προσαρμοσμένα στη σεμνότητα των νεότερων εποχών. Άλλωστε οι Μινωίτισσες είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου το ένδυμα δεν κάλυπτε το στήθος. Η ξεχωριστή θέση που κατείχαν στην κοινωνία τους σε συνδυασμό με την θρησκευτική τους ευλάβεια δεν τις εμπόδιζε να αναδείξουν το στήθος τους, το οποίο ήταν σύμβολο γονιμότητας και εφορίας.
ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ  ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Οριζόντιος αργαλειόςΗ πρώτη σημαντική εξέλιξη του αργαλειού ήταν η ταυτόχρονη εκτύλιξη του στημονιού και περιτύλιξη του παραγόμενου υφάσματος. Στη συνέχεια, η εισαγωγή των "τελάρων" διευκόλυνε στο άνοιγμα του στημονιού, απ' όπου περνούσε το υφάδι με τη βοήθεια της "σαΐτας".
Κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ. στην Ευρώπη, ο κάθετος αργαλειός παραγκωνίστηκε και τη θέση του πήρε ο οριζόντιος αργαλειός, γνωστός από το 3.000 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Η Βίβλος παρέχει την πληροφορία ότι η Δαλιδά, θέλοντας να ανακαλύψει το μυστικό της σωματικής δύναμης του Σαμψών, ύφανε τα μαλλιά του χρησιμοποιώντας την τεχνική του πρωτόγονου οριζόντιου αργαλειού.
Οι θεμελιώδεις λειτουργίες του οριζόντιου αργαλειού παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες, όπως επινοήθηκαν πριν από χιλιετηρίδες. Οι διάφορες αλλαγές ή τροποποιήσεις στόχευαν στη βελτίωση των μηχανικών μέσων. Σημαντική βελτίωση ήταν η επινόηση της ιπτάμενης σαΐτας, η οποία σημάδεψε την αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η εισαγωγή περισσότερων "τελάρων" διεύρυνε την ποικιλία των υφαντικών σχεδίων, για να φθάσουμε στους αυτοματισμούς ενός σύγχρονου αργαλειού.
ΚΑΘΕΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ:
Κάθετος αργαλειός με βαρίδια (6.000 π.Χ.) Θεωρείται ότι αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τη Νεολιθική Εποχή.
Ο πρωτόγονος υφαντής για να ξεπεράσει το πρόβλημα της ευλυγισίας των νημάτων στημονιού, αρχικά έδενε το ένα άκρο τους σε κάποιο οριζόντιο κλαδί δέντρου, ενώ στο άλλο έδενε πέτρες, που χρησίμευαν σαν βαρίδια για να διατηρούνται τα νήματα τεντωμένα. Η διάταξη αυτή προσφερόταν για την αποτελεσματική διαπλοκή των νημάτων υφαδιού κάθετα προς το στημόνι, για να παραχθεί ύφασμα.
Το μέγιστο μήκος υφάσματος δεν ξεπερνούσε τα δύο μέτρα, όσο το ύψος που μπορούσε να φθάσει η υφάντρια για να περάσει το υφάδι.
Ο κάθετος αργαλειός παρέμεινε ο πιο συνηθισμένος τύπος αργαλειού για χιλιετηρίδες.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Ομηρικοί Έλληνες, αλλά και μέχρι τον 19ο αιώνα η φυλή των Ινδιάνων της Αμερικής Ναβάχο (Navaho) χρησιμοποιούσαν τον κάθετο αργαλειό. 

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Η ρουμλουκιώτικη γυναικεία φορεσιά 1.



Η ρουμλουκιώτικη γυναικεία φορεσιά.

Η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού, "οι σαϊάδες και τα κατσούλια",
χαρακτηρίστηκε από πολλούς ερευνητές και λαογράφους ως μία από τις ωραιότερες
ελληνικές φορεσιές. Η ιδιότυπη αυτή φορεσιά των γυναικών του Ρουμλουκιού
θυμίζει κατά κάποιο τρόπο αρχαίο θώρακα και πιστεύεται πως έχει ξεχωριστά παλιά
παράδοση, ιδιαίτερα εξαιτίας του κεφαλόδεσμου που δεν έχει τον όμοιο του σε καμιά
άλλη ελληνική φορεσιά. Ο κεφαλόδεσμος που μοιάζει με περικεφαλαία είναι η
περηφάνια των 50 περίπου χωριών του Ρουμλουκιού και οι ντόπιοι τον ονομάζουν
"κατσούλι".
Η Αγγελική Χατζημιχάλη αναφέρει για τη γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού:
«Η ιδιόρρυθμη φορεσιά των γυναικών και ιδιαίτερα ο πρωτότυπος κεφαλόδεσμος που
συνηθίζεται από όλες τις γυναίκες σε όλα τα χωριά, περνά στον τόπο για σημάδι
Ελληνικής καταγωγής. Αν βρεθεί που και που καμία να βάλει αντί για κεφαλόδεσμο
μαντήλι, λογίζεται από τους ντόπιους, ακόμη και αν εξακολουθεί να φορεί πιστά όλα τα
μέρη της φορεσιάς, πως περιφρονεί τα πατροπαράδοτα. Γιατί το κατσούλι, οκεφαλόδεσμος, σκεπάζει τ’ αυτιά και τους κροτάφους και μοιάζει με αρχαία
περικεφαλαία. Όταν ρωτήσει κανείς τις γυναίκες αν έχουν όλες την ίδια φορεσιά,
απαντούν: "όλες φοράμε το κατσούλι". Γιατί πιστεύουν ότι το φορούν από την εποχή
του Μέγα Αλεξάνδρου, για να τιμωρήσει για τη δειλία τους τους άντρες και ν’
ανταμείψει τις γυναίκες, που την ώρα της μάχης δεν πάψανε να κουβαλούν νερό στο
στρατό, έβγαλε από τους άντρες τις περικεφαλαίες και τις έδωσε στις γυναίκες.»
1
Ο Απόστολος Τζαφερόπουλος σημειώνει τα εξής στον Τουριστικό οδηγό της
Ημαθίας του 1969 για τη φορεσιά αυτή: «Ο παράδοξος και χαρακτηριστικός
κεφαλόδεσμος, ο λεγόμενος "κατσούλα" (κουκούλα), λέγεται ότι έχει την αρχή του
στους χρόνους του Μ. Αλεξάνδρου. Κατά την παράδοση αυτή, ο Μ. Αλέξανδρος
εθαύμασε τις γυναίκες του Γιδά για το θάρρος και τον ηρωισμό που έδειξαν σε μία
κρίσιμη μάχη, κατά την οποία εδείλιασαν οι άνδρες τους. Διέταξε λοιπόν να φορέσουν
οι γυναίκες τις περικεφαλαίες των ανδρών, που με τον καιρό μεταπήδησαν και στην
μόδα της καθημερινής ζωής ως κεφαλόδεσμοι (κατσούλες). Ενώ οι άνδρες φόρεσαν
μαύρα μαντήλια, που τους έδωσαν οι γυναίκες για να δείχνουν το πένθος τους.»
2
Η ερευνήτρια Δώρα Στράτου στο βιβλίο της "Ελληνικοί Παραδοσιακοί χοροί"
γράφει: «Στην Αλεξάνδρεια της Μακεδονίας, εκεί που βρίσκεται η Αρχαία Πέλλα –
τόπος που γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος – και σε περίπου 50 χωριά της περιφέρειας
αυτής, χορεύουν ένα βαρύ χορό, τελετουργικό στο ύφος. Χορεύουν γυναίκες που φορούν
κάλυμμα στο κεφάλι και συνήθως με το νυφικό τους φόρεμα, που θυμίζει τις
περικεφαλαίες των Αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών. Υπάρχει ένας μύθος πάνω σ’ αυτό,
ότι τάχα, σε μία μάχη του Μεγάλου Αλεξάνδρου – ή κατ’ άλλους, του παππού του
Αμύντα του Γ΄ – όπου οι άνδρες δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά, όρμησαν οι
γυναίκες, που κέρδισαν τη μάχη και τότε ο Μέγας Αλέξανδρος (ή ο Αμύντας) τους
έδωσε το προνόμιο να φορέσουν την περικεφαλαία, για να τις τιμήσει που φέρθηκαν
τόσο ηρωικά. Γεγονός είναι, πως μόνο σ’ αυτή την περιφέρεια φοριέται αυτό το
κάλυμμα και η ιδιαίτερη ενδυμασία...»
3
Την ανταλλαγή της φορεσιάς της γυναικείας με αντρική τη συναντάμε και στο
παράδειγμα των Αργείων, που ντυμένοι σα γυναίκες και οι γυναίκες τους σαν άντρες
γιορτάζανε τη μνήμη της σωτηρίας του Άργους από την Τελέσιλλα και τις
1. Βλ. Α. Χατζημιχάλη, Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά, τόμ. Β΄, εκδ. Μέλισσα, Μουσείο Μπενάκη
Αθήνα, σ. 210.
2. Βλ. Α. Τζαφερόπουλος, Τουριστικός Οδηγός Ημαθίας, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 134.
3. Βλ. Δ. Ν. Στράτου, Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων,
Αθήνα 1979, σ. 41. Αργίτισσες. Άλλωστε, οι Αρχαίοι Μακεδόνες βασιλείς πίστευαν ότι η καταγωγή τους
ήταν από το βασιλικό οίκο του Άργους
4
.
Η παράδοση, η οποία αναφέρεται στο σχήμα του κεφαλόδεσμου των γυναικών
του Ρουμλουκιού ήταν διαδεδομένη μέχρι και τη Θεσσαλία και το Βελβεντό της
Πιερίας. Μόνο στο Ρουμλούκι, όμως, φοριέται ο κεφαλόδεσμος αυτός, δηλαδή στην
περιοχή που βρίσκεται η Βεργίνα και πολύ κοντά στην Πέλλα, το μέρος που
γεννήθηκε ο Μ. Αλέξανδρος. Η παράδοση, λοιπόν που αιτιολογεί το σχήμα του
κεφαλόδεσμου είναι εντελώς δικαιολογημένη και μας κάνει να υποθέσουμε ότι στο
Ρουμλούκι πρωτακούστηκε
5
.
Αρκετοί ερευνητές, που επισκέφτηκαν τη φυλή των Καλάς στο Πακιστάν, τους
οποίους πολλοί μελετητές τους θεωρούν απογόνους των στρατιωτών του Μ.
Αλεξάνδρου, εντόπισαν αρκετές ομοιότητες στον κεφαλόδεσμο και στην όλη φορεσιά
τους με τη μακεδονίτικη φορεσιά του Ρουμλουκιού
6
.
Ο κεφαλόδεσμος της γυναίκας από τη φυλή
των Καλάς έχει εμφανής ομοιότητες με το ρουμλουκιώτικο
κεφαλόδεσμο. Οι γυναίκες του Ρουμλουκιού ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένες και αγαπούσαν πολύ
τον ιδιότυπο αυτό κεφαλόδεσμο (κατσούλι) κυρίως λόγω της παράδοσης που ανάγει
4. Βλ. Γ. Μελίκης, Τα λαογραφικά της Μελίκης: Μελετήματα , τόμ. Δ΄, εκδ. Λαογραφικός Όμιλος
Μελίκης και Περιχώρων, Μελίκη 1987, σσ. 76-77.
5. Βλ. Γ. Μελίκης, ό.π., σ. 77.
6. Βλ. Δ. Α. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 202. την καταγωγή του από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Πολλές Ρουμλουκιώτισσες δεν
το αποχωρίζονταν ούτε κατά τη διάρκεια του ύπνου τους.
Στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα ο Καπετάν Μιχάλης Ματαπάς (Μιχάλης
Αναγνωστάκος), αξιωματικός του ελληνικού στρατού, δυστυχώς εξαιτίας της άγνοιας
του απαγόρευσε στις Ρουμλουκιώτισσες να φορούν το κατσούλι, πιστεύοντας
λανθασμένα ότι είναι βουλγάρικο. Την ίδια εποχή Βούλγαρος αρχηγός κομιτατζήδων,
καλύτερα πληροφορημένος για τα εθνολογικά ζητήματα, γνώριζε ότι το κατσούλι
δείχνει γνήσια ελληνική καταγωγή. Για τον λόγο αυτό και ο ίδιος είχε απαγορέψει σε
γειτονικά χωριά να φορούν τη ρουμλουκιώτικη φορεσιά με την υποστήριξη ακόμα
και των Τούρκων
7
.
Μετά την απελευθέρωση του 1912, οι γυναίκες του Ρουμλουκιού ήταν πάλι
ελεύθερες να φορούν το αγαπημένο τους κατσούλι. Αυτό διάρκεσε μέχρι τη
σαρωτική δεκαετία του 1950, οπότε και οι Ρουμλουκιώτισσες προτίμησαν τα
φράγκικα ρούχα λόγω ότι ήταν πιο ευκολοφόρετα και αφού η περιοχή τους είχε πλέον
χάσει την πληθυσμιακή της ομοιογένεια, μετά την έλευση προσφύγων από την Μικρά
Ασία και τον Πόντο.
Η φορεσιά του Ρουμλουκιού ξεχωρίζει όχι μόνο για τον πρωτότυπο
κεφαλόδεσμο αλλά για την απλότητα, σχεδόν δωρικότητα και την αυστηρότητα του
γενικού χρωματισμού της. Από τη ρουμλουκιώτικη φορεσιά λείπει το φόρτωμα με
υφάσματα που εμποδίζει να δείχνονται οι γραμμές του σώματος, όπως συμβαίνει με
τις περισσότερες ελληνικές φορεσιές. Οι νεαρές, ελεύθερες κοπέλες, οι νύφες, οι
ηλικιωμένες (μπάμπες), οι χήρες και οι πενθοφορούσες είχαν όλες την ίδια φορεσιά
με κάποιες σχετικές διαφοροποιήσεις, κυρίως στον κεφαλόδεσμο. Η νυφιάτικη
φορεσιά, τα χρυσά, είναι όμοια με τη γιορταστική με περισσότερη όμως πολυτέλεια
στα υφάσματα, πιο πλούσιο διάκοσμο και περισσότερα κοσμήματα. Τις καθημερινές
μέρες φορούσαν την πιο απλή, χαλασμένη φορεσιά χωρίς κανένα στολίδι
8

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ


ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ

Απέναντι απ την οροσειρά του Παρνασσού, στη λοφοσειρά της Κίρφης, σ ένα γυμνό οροπέδιο, βρίσκεται σκαρφαλωμένη η κωμόπολη της Δεσφίνας που ανήκει στο Νομό Φωκίδας με πρωτεύουσα την Άμφισσα (Σάλωνα).
Η ιστορία της ξεκινάει από πολύ παλιά, στα χρόνια των Πελασγών όπου και τη συναντάμε με την επωνυμία Εχεδάμεια ενώ τα βυζαντινά μνημεία της εκκλησίας των Ταξιαρχών και της μονής του Τιμίου Προδρόμου μιλούν για τη συνέχεια της ιστορίας που φθάνει ως τις μέρες μας.
Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Εθνομάρτυρας δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας που κήρυξε την επανάσταση στα 1821 στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με τον οπλαρχηγό Πανουριά.
Εδώ γεννήθηκε και μια από τις σημαντικές μορφές της Ελληνικής ζωγραφικής της γενιάς του 30, ο Παπαλουκάς.
Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς αλλά και μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι της Δεσφίνας κράτησαν τις παραδόσεις και τα έθιμα και χόρεψαν στους ρυθμούς του τσάμικου, του συρτού και του καγκελιού με τους ήχους του βιολιού, της πίπιζας, του λαούτου και του Νταουλιού φορώντας την τοπική παραδοσιακή φορεσιά ,πανέμορφη και γνωστή ως τις μέρες μας σαν μια από τις ωραιότερες παραδοσιακές φορεσιές.
Η επίσημη ανδρική φορεσιά, περιλάμβανε την φουστανέλα, ραμμένη από βαμβακερό υφαντοχασέ με 250 περίπου αλλεπάλληλες πτυχές σε δυο κομμάτια που ενώνονταν μεταξύ τους με κουμπιά. Το πουκάμισο που γινόταν από λευκό χασέ με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις πιέτες που κοσμούσαν το μπροστινό τμήμα, μικρό γιακά που κατέληγε σε μύτη και μανίκια που κατέληγαν στον καρπό είτε με κουμπιά, είτε ελεύθερα.
Το γιλέκο με βελούδινο μπορντώ και μαύρη τσόχα, κεντημένο με μαύρη κλωστή στο χέρι χειροποίητες θηλιές, ασημένια αλυσίδα και διακοσμητικά, ραμμένα στο πίσω μέρος των μανικιών. Οι κάλτσες που κάλυπταν όλο το πόδι εκτός από την πατούσα όπου κρεμούσαν μαύρα γονατάρια από λάστιχο ή μαύρο κορδόνι που κατέληγε σε φούντα στο πίσω μέρος του ποδιού, γνωστά με την επωνυμία, καλτσοδέτες. Το ντύσιμο του ποδιού, ολοκληρώνεται με το τσαρούχι.
Τα τσαρούχια ήταν φτιαγμένα από δέρμα βοδιού ή γαϊδάρου ειδικά επεξεργασμένα και πλουμισμένα με πούλιες. Για να τρίζουν στο περπάτημα, έβαζαν θειάφι στις σόλες ενώ οι σόλες ήταν γεμάτες καρφιά. Στην αρχή είχαν κόκκινο χρώμα ή κίτρινο αφού τους έδιναν την άδεια οι Τούρκοι. Αργότερα αντικαταστάθηκαν με το μαύρο χρώμα. Το δέσιμο της φορεσιάς ολοκληρώνεται με το στενό ζωνάρι (ζνάρ) με άσπρες και μπλε γραμμές. Η σκούφια της κεφαλής ήταν από μαύρο μάλλινο ύφασμα με κέντημα στο γείσο.
Η επίσημη γυναικεία φορεσιά περιλάμβανε το μισοφόρι από λευκό βαμβακερό ύφασμα με μανίκια που κατέληγε σε δαντέλα ή κοφτό φεστόνι. Το εξωτερικό φόρεμα που λεγόταν πουκάμισο και ήταν από διαφανές μεταξωτό, χρώματος μπεζ με λαιμόκοψη. Το σιγκούνι από ειδικό χοντρό ύφασμα που λεγόταν σεγκούνα, υφασμένο στον αργαλειό, αμάνικο, ανοικτό στο στήθος που έδενε με δυο κορδόνια, με μύτες στολισμένες με συρίτια στο πίσω μέρος που ήταν πεταχτό. Στο ύψος της περιφέρειας υπήρχαν δυο τρύπες για την υποδοχή του ζωναρι-ού. Το ζωνάρι ήταν κόκκινη τσόχα για την ελεύθερη γυναίκα και από μαύρο μάλλινο υφαντό για την παντρεμένη.
Η ποδιά από μπορντώ βυσσινί βελούδο που έδενε στο κλείσιμο του σε-γκουνιού. Κεντημένη με ανεβατό πλακέ και ριζοβολιά από χρυσή κλωστή και πούλιες. Το σχέδιο συνήθως περιλάμβανε κλάρες, λουλούδια, πουλιά αγγελάκια και κάλυπτε το κάτω μέρος της ποδιάς. Η ζώνη της ποδιάς (ποδι-όσνο) από βελούδο κεντημένο με τον ίδιο τρόπο. Το κεφαλομάντηλο από άσπρη μπαμπακέλα, τετράγωνη που δενόταν στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στερεωνόταν πίσω. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα τα κουμπουρέλια από μεταξοβάμβακο τοποθετημένα στο σημείο που δένονταν το μαντήλι. Το σύνολο ολοκληρώνεται από λευκές βαμβακερές κάλτσες που αντικατέστησαν τις μάλλινες ενώ τον παλιό καιρό φορούσαν πλουμισμένα τσαρούχια των οποίων τα χρώματα ήταν ανάλογα με την ηλικία. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από μαύρα δετά παπούτσια τις γιορτές και τα «μέστια» για κοινωνικές συγκεντρώσεις και το καλοκαίρι.. Τα μέστια ήταν σαν παντόφλες, σολιασμένα με λάστιχο, καμωμένα με μαύρη σεγκούνα και πλαϊνά με δέρμα που τα περνούσαν βερνίκι.
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το χει-ρομάντηλο από λευκό ύφασμα τοποθετημένο στην αριστερή εξωτερική πλευρά του σεγκουνιού. Τα κοσμήματα ήταν προαιρετικά ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Η καρφίτσα έκλεινε το μισοφόρι, στο λαιμό φορούσαν αλυσίδες, φλουριά και σταυρούς ενώ το άνοιγμα του σε-γκουνιού το κούμπωναν με συρματε-ρές ή σκαλιστές ασημένιες πόρπες.
Η κατασκευή των υφασμάτων γινόταν από το μαλλί των προβάτων που υπάρχουν και σήμερα στην Δεσφίνα. Το βάψιμο γινόταν σε καζάνια όπου τοποθετούσαν τα νήματα με φυσικά χρώματα. Για καφέ χρησιμοποιούσαν καρύδι, για μπεζ βελανίδια, σπαρτο-λούλουδα για κίτρινο, λαπαθόριζα με λουλάκι για μπλέ, κρεμμύδια για το κρεμεζί, ρίζες χόρτων για το κόκκινο. Η ύφανση γινόταν σε αργαλειό, εργασία επίπονη και βαριά όπως διασώζεται σε δημοτικό τραγούδι.
«..μα ο αργαλειός σκλαβιά σκλαβιά βαριά και πόνος». Σε όλη τη ζωή τους οι άνδρες δεν είχαν πολλές φορεσιές και θάβονταν με την τελευταία τους. Σε αντίθεση οι γυναικείες φορεσιές ήταν περισσότερες. Άλλη όταν ήταν νέα, άλλη για το γάμο, άλλη όταν γινόταν μάνα, άλλη όταν ήταν ενήλικη, άλλη σαν ηλικιωμένη. Το κορίτσι από τα 12 έως τα 17 ετοίμαζε τις φορεσιές που χρειαζόταν στη ζωή του ενώ στην τελευταία κατοικία φορούσαν την γεροντική. Σαν επίλογο θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι η ενασχόλησή μας με τις παραδοσιακές στολές, δεν είναι μια απλή καταγραφή με μουσειακό χαρακτήρα αλλά μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης που θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του τόπου μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η παραδοσιακή φορεσιά της Δεσφίνας, έκδοση Δήμου Δεσφίνας 2001-02

ΥΦΑΝΤΙΚΗ - ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ


ΥΦΑΝΤΙΚΗ - ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Σε αυτή μας την ανάρτηση θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια εισαγωγή σε Παραδοσιακό Επαγγέλματα αλλά και δραστηριότητες της λαϊκής μας παράδοσης που χάνονται και ο αργαλειός είναι ένα από αυτά.
Η εικόνα της κόρης που υφαίνει στον αργαλειό είναι σε όλους γνωστή, ακόμα και στους ανθρώπους που δεν την είδαν ποτέ στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί την έχει καθιερώσει σαν στερεότυπο μοτίβο της η ελληνική ποίηση από τον Όμηρο ως το δημοτικό τραγούδι. Στην Οδύσσεια ο Ερμής, σταλμένος από τον Δία στο νησί της Καλυψώς, βρίσκει τη νύμφη μέσα στη σπηλιά της να υφαίνει τραγουδώντας στον αργαλειό με χρυσή σαΐτα. Στο δημοτικό τραγούδι ο ξενιτεμένος , γυρνώντας ύστερα από χρόνια στην πατρίδα του, βρίσκει την καλή του στον αργαλειό να ρίχνει την σαΐτα. Η αγάπη της ποικιλίας, των πολύχρωμων και πολυποίκιλων πραμάτων, είναι χαρακτηριστικό των απλών ανθρώπων, των παιδιών και των γυναικών κατά τον Πλάτωνα. Η λαϊκή τέχνη είναι κι αυτή μια έκφραση της ψυχής των απλών ανθρώπων. Χαρακτηριστικό της είναι η χαρά του χρώματος και της ποικιλίας των σχεδίων, χαρά που εκδηλώνεται σ' όλα της τα δημιουργήματα. Ακμή της υφαντικής είχαμε σ' όλες τις περιοχής της σημερινής Ελλάδα και στις «χαμένες πατρίδες», πουθενά όμως η τέχνη αυτή δεν συνδέθηκε τόσο στενά με την οικογενειακή και οικονομική ζωή του λαού όσο στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου τη βλέπουμε ν' αποτελεί όχι μόνο πλουτοπαραγωγική πηγή, αλλά και σταθερό στοιχείο στα έθιμα, στις προλήψεις και στις παραδόσεις. Η σχέση του λαϊκού ανθρώπου με όλα τα πράγματα, μ' αυτά που ο ίδιος κατασκευάζει, αλλά και με την ύλη αυτή καθαυτή, δεν είναι μόνο σχέση πρακτική είναι και σχέση ψυχική, που για το λαϊκό άνθρωπο σημαίνει κυρίως σχέση μαγική. Η κλωστή που γνέθει η γυναίκα στη ρόκα της δεν είναι μονάχα η πρώτη ύλη του υφαντού της απεικονίζει συμβολικά και την τύχη της κλώστριας. «Κόβονται οι μέρες της», έλεγαν για τη γυναίκα που της κοβόταν συχνά η κλωστή πάνω στο κλώσιμο. Κι ο αργαλειός, το απαραίτητο εξάρτημα κάθε λαϊκού σπιτιού παλαιότερα, είναι κι αυτός στενά δεμένος με τις δοξασίες του λαού. Από τον αργαλειό βγήκαν από το τέλος του ΙΗ' ως τις αρχές του Κ' αιώνα, έργα υψηλής καλλιτεχνικής πνοής. Τόσο τα σχέδια, όσο και η διαύγεια και αρμονία των χρωμάτων, έδωσαν στα έργα αυτά της υφαντικής μια ξεχωριστή θέση στη μεταβυζαντινή λαϊκή τέχνη. Η παράδοση δεν επέτρεπε νεωτερισμούς και επιδράσεις στα μοτίβα. Τα σχέδια περνούσαν από την μάνα στην κόρη. Ωστόσο κάθε υφάντρα και μάλιστα εκείνες που είχαν αναπτυγμένο το καλλιτεχνικό ένστικτο, έδιναν και την προσωπική τους σφραγίδα. Η μεγάλη ακμή της υφαντικής στη Μακεδονία και ειδικότερα στο νομό Σερρών, είναι η περίοδος από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 20ου. Η υφαντική είχε μέσα σ' αυτή την χρονική περίοδο μια εντελώς ξεχωριστή θέση στη λαϊκή τέχνη των Ελλήνων της Βόρειας Ελλάδας, όχι μόνο ως οικιακή αλλά και ως εργαστηριακή τέχνη. Όταν τη συναντάμε στο πλαίσιο της οικοτεχνίας, απασχολούνται οι γυναίκες, ενώ στις βιοτεχνίες κυρίως οι άντρες.

 Ως εργαστηριακή τέχνη και βιοτεχνία, έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή του τόπου. Η υφαντική από το 1992 και μετά xρωστά πολλά στην εργατικότητα και στην καλλιτεχνική διάθεση των Ελλήνων προσφύγων, που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, κυρίως όσον αφορά στην ανάπτυξη της τεχνικής των χαλιών. Σήμερα ότι έχει σχέση με την υφαντική έχει αντικατασταθεί από τις μηχανές και συντελείται στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της χώρας μας και του εξωτερικού. Είναι κρίμα να καταργηθεί μια τέτοια κληρονομιά, που άλλα κράτη θα διατηρούσαν ως θησαυρό. Η πολιτεία πρέπει να δείξει την απαιτούμενη ευαισθησία ώστε να μην ολοκληρωθεί ο μαρασμός της λαϊκής τέχνης και της επαρχίας με παράλληλη ενίσχυση της αστυφιλίας και του εισαγόμενου μοντερνισμού.

Enhanced by Zemanta

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Η ανδρική φορεσιά της Αράχωβας.


Η ανδρική φορεσιά

Όσο για την ανδρική φορεσιά, ουσιαστικά δεν άλλαξε στο χρόνο. Η φουστανέλλα, η χαρακτηριστική φορεσιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, είναι “τετρακοσάρα” ή “τρακοσάρα” (ή και στενότερη), ανάλογα με τα λατζόλια.

Πάνω απ’ το λευκό χασεδένιο πλατυμάνικο πουκάμισο φοριέται “το σουκάρδ” δηλ. “το εσωκάρδιον”, γιλέκο κεντημένο με μεταξωτά γαϊτάνια.
Στη μέση το πλατύ ζωνάρι. Οι άσπρες κάλτσες είναι καλοτεντωμένες με “τα τσαγγόλουρα” και δένονται κάτω απ’ τα γόνατα με “τις γονατάρες” (=καλτσοδέτες), που είναι υφασμένες στον αργαλειό με χρωματιστά μετάξια και συχνά έχουν κεντημέν το όνομα του παλληκαριού και χρονολογία ⁻ ήταν συνήθως δώρα νυφιάτικα.
Τα καλά τσαρούχια με τη μαύρη μεγάλη φούντα στη μύτη και “η ατλαζένια σκούφια” στο κεφάλι, συμπληρώνουν τη λεβέντικη φορεσιά. Ομορφοστολισμένη είναι και η “δεύτερη φορεσιά” για καθημερινή χρήση : Η καμ’ζόλα και ο ντουλαμάς”.
Ας δούμε όμως τους στίχους του αραχωβίτη λαϊκού ποιητή Δ. Γιαννακόπουλου, που κάνει ποίηση την αραχωβίτικη ανδρική φορεσιά :
Ποιος είδε και δε θάϊμαξε την ατλαζένια σκούφια,
πόχει τερτήρια γύρωθε με μεταξένια χάρτσα,
τη λυγερή κορμοστασιά, τη μαύρη πουκαμίσα,
με τις πολλές κουφόπιεττες και με κουμπιά λουσάτα,
με τα γαζιά τα’ απανωτά, που παρασταίνουν φίδια…”

Η γυναικεία Φορεσιά της Αράχωβας.


Σε αυτήν την ανάρτηση συνεχίζουμε με τις Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές παρουσιάζοντας την γυναικεία φορεσιά της Αράχωβας. 

Η πανέμορφη φορεσιά της Αραχωβίτισσας στο διάβα του χρόνου έχει απλοποιηθεί ως προς τα κεντήματα του πουκάμισου και το στόλισμα της κεφαλής. Πολύτιμες πληροφορίες για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αραχωβίτικης φορεσιάς διέσωσε κυρίως η έρευνα της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η ντόπια παράδοση, αλλά και οι περιγραφές των περιηγητών.

Συγκεκριμένα, το πουκάμισο της παλιάς φορεσιάς ήταν άσπρο βαμβακερό υφαντό ⁻ χονδρό για την καθημερινή χρήση και λεπτότερο το γιορτινό. Το νυφιάτικο μπορούσε να είναι και μεταξωτό σε κόκκινο μουντό χρώμα, βαμμένο με ριζάρι. Το πουκάμισο το κεντούσε η Αραχωβίτισσα με στριφτά μετάξια, που τα έβαφε η ίδια. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι το παλιό πουκάμισο δεν είχε μανίκια. Γι’ αυτό πάνω απ’ το πουκάμισο φορούσαν τον τζάκο. Ήταν ένα είδος μπούστου με μανίκια ολοκέντητα με κεντήματα έξοχης τέχνης, τα γνωστά ως “Αραχωβίτικα”.
Αργότερα ο τζάκος καταργήθηκε και τα μανίκια μπαίνουν πια στο πουκάμισο, που έγινε μακρυμάνικο. Δυστυχώς όμως, όπως σημειώνει η Αγγελική Χατζημιχάλη, “τότε χάθηκαν και τα περίφημα κεντήματα, τα γνωστά ως Αραχωβίτικα, που ξεχώριζαν ανάμεσα στα κεντήματα της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου για τις σχηματοποιημένες ανθρώπινες μορφές τους. Σε μερικά από τα κεντήματα αυτά η αυστηρή σχηματοποίηση του ανθρώπινου σώματος αγγίζει τις πιο πρωτότυπες μορφές της Ελληνικής έκφρασης”. Μερικά από τα ανεκτίμητα αυτά κεντήματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στο ίδιο Μουσείο υπάρχει πουκάμισο παλιό από φορεσιά της Εύβοιας, που το σχέδιο του κεντήματός του ονομάζεται “Αράχωβα” ⁻ απόδειξη της φήμης, που είχαν τα κεντήματα της Αραχωβίτικης φορεσιάς.
Εκτός όμως από τον τζάκο καταργήθηκε και ο κεφαλόδεσμος. Παλιά η Αραχωβίτισσα φορούσε στο κεφάλι μικρό κόκκινο φέσι κεντημένο γύρω γύρω με φλουριά, “το φλωρόφεσο”. Αυτό στερεωνόταν στο κεφάλι με “το καμ(π)τσέλι”, λουρίδα που περνούσε κάτω από το σαγόνι ⁻ το φλωρόφεσο φοριόταν στη νυφιάτικη και γιορτινή φορεσιά. Αν το φέσι είχε ασημένια νομίσματα, το έλεγαν “ταλαρόσκουφα”. Μετά τα 40 χρόνια της η Αραχωβίτισσα το φέσι με τα νομίσματα το αντικαθιστούσε με κόκκινο σαρίκι, κεντημένο.
Τον κεφαλόδεσμο συμπλήρωνε στη νυφιάτικη φορεσιά “η μεταξωτή σκέπη με τα “τζερτζέφια” (=κεντήματα). Αυτή κάλυπτε το κεφάλι κι έπεφτε ελεύθερη ως κάτω από τη μέση. Ήταν περίπου 3 πήχεις μήκος. Την έλεγαν και “τσεβρέ”. Στη γιορτινή φορεσιά φοριόταν η διάφανη μεταξωτή “μπόλια”. Το χειμώνα φορούσαν “την μπαρέζα”, σκέπη μάλλινη.
Ο στολισμός της κεφαλής συμπληρωνόταν με την κοτσίδα, που τη στόλιζαν με νομίσματα. Στα 1676 ο περιηγητής Spon αναφέρει, πως οι Αραχωβίτισσες εκτός από τη φούστα και τα μανίκια τους στόλιζαν με νομίσματα και την κοτσίδα τους. Στο στόλισμα των μαλλιών “με τσαμπιά από κουμπάκια” αναφέρεται και ο Thomson στα 1730. Στα 1835 ο περιηγητής Cornille αναφέρεται στη συνήθεια να στολίζουν την κοτσίδα με νομίσματα. Τα κρεμούσαν από γαϊτάνι, που το έπλεκαν μαζί με την κοτσίδα.
Άλλα κοσμήματα των μαλλιών ήταν “τα πεσκούλια”, φούντες από μαύρο ή κρεμεζί μπιρσίμι και χρυσές κλωστές, που κρέμονταν από “ξενοκοτσίδα”, δηλ. πρόσθετη μακριά πλεξούδα από μαλλί προβάτου. Κοσμήματα επίσης, της κοτσίδας ήταν και “τα ασημένια μασούρια”, που τα στερέωναν στην άκρη της.
Στην παλιά φορεσιά οι κάλτσες ήταν μάλλινες από σαγάκι (μάλλινο ύφασμα της νεροτριβής). Δεν είχαν πατούσα και “το σκαρπίνι”, ένα σκοινί που περνούσε κάτω από το πέλμα, τις κρατούσε τεντωμένες στο πόδι. Κάτω από τα γόνατα τις έσφιγγαν με κεντημένες “γονατάρες” (=καλτσοδέτες). Στα πόδια φορούσαν τσαρούχια με θηλιές, “τα γουρνοτσάρουχα”. Αργότερα οι “σαγακιένιες κάλτσες” αντικαταστάθηκαν από άσπρες μάλλινες πλεγμένες με καλτσοβέλονες. Οι καθημερινές κάλτσες ήταν στολισμένες με πολύχρωμα σχέδια.
Πλούσια ήταν και τα κοσμήματα της παλιάς φορεσιάς : Τα “φληκωτάρια” (=θηλυκωτάρια), ήταν οι πόρπες, που έπιαναν το σιγκούνι κάτω απ’ το στήθος. Στο λαιμό φορούσαν “αράδα το τζιουρντάνι”. Στο στήθος “τις αλυσίδες με το π’λί” (=δικέφαλος με γάντζο, που καρφώνεται στο σιγκούνι συγκρατώντας τις αλυσίδες με το χαϊμαλί). “Το αρμάθι με τα φλουριά” και “το σκοινί με τα μαργαριτάρια” ήταν, επίσης, κοσμήματα της φορεσιάς.
Στα 1843 ο περιηγητής Chenavard αναφέρεται στα “δυό φαρδιά σκουλαρίκια της Αραχωβίτισσας, που σμίγουν με μια αλυσίδα ψιλή, που κρέμεται κάτω απ’ το σαγόνι και κυματίζει σε σχήμα περιδέραιου”.
Ας δούμε τώρα την απλοποιημένη φορεσιά. Εκτός απ’ τον τζάκο καταργήθηκε και το φλωρόφεσο, που αντικαταστάθηκε με “το κόκκινο τσεμπέρι” ⁻ πάνω απ’ το τσεμπέρι φόρεσαν “το κρεμεζί μαντήλι” στη θέση της στενόμακρης σκέπης ή της μπόλιας. Αργότερα τα δυό αυτά μαντήλια, “τα φακιόλια”, αντικαταστάθηκαν απ’ το σημερινό μεταξωτό λευκό κεφαλομάντηλο, “τη γάζα με τα κουμπουρέλια”, που λέγεται και σκέπη.
Αλλά και το μακρυμάνικο κεντημένο πουκάμισο, “το γραφτό”, αντικαταστάθηκε με το μεταξωτό πουκάμισο (ουγιωτό, κουρκουτιαστό ή σκέτο).
Απαράλλαχτο παρέμεινε ως σήμερα το λευκό σιγκούνι της φορεσιάς από “σαγάκι”, όπως λέγεται το μάλλινο υφαντό ύφασμα και κατ’ επέκταση το καθημερινό σιγκούνι. Είναι κεντημένο με το “λαζούρ” , κόκκινη βαμβακερή κλωστή. Το νυφιάτικο και γιορτινό σιγκούνι έχει επένδυση τσόχας και είναι κεντημένο με χρυσογάιτανα.
Η παλιά “ρούχινη ποδιά” από κόκκινο ψιλονεσμένο υφαντό αντικαταστάθηκε παλιότερα απ’ τη βελούδινη βαθυκόκκινη ποδιά. Τα παραδοσιακά σχέδια, ροδιά, πύργος και κλάρα κεντιούνται ως σήμερα ⁻ όμως γύρω στα 1900 καταργήθηκε ένα παλιότερο σχέδιο με δύο αντικρυστά πουλιά (σώζεται σε φωτογραφία).
Τα δύο χρυσοκεντημένα “ποδιόσκοινα” σε μαύρη τσόχα συγκρατούν την ποδιά και δένονται μπροστά ⁻ καταλήγουν σε χρυσά γαϊτάνια με δύο χρυσές φούντες, όπως και στην παλιά φορεσιά.
Ο φκάς (=φουκάς), το μεγάλο ζωνάρι (μάκρος 3μ. και φάρδος 0,20 εκ.), διπλωμένος στα δύο στο μάκρος, τυλιγόταν δυό – τρεις βόλτες κάτω απ’ τη μέση σφίγγοντας το σιγκούνι. Ο φκάς από παλιά ως σήμερα έχει χρώμα κόκκινο για τις κοπέλες ⁻ για τις παντρεμένες είναι μαύρος ριγωτός ή σκέτος.
Στην παλιά φορεσιά απαραίτητο ήταν και “το μαντηλάκι με τη χρυσή μπιρμπίλα”, ολόγυρα, που στερεωνόταν στο ποδιόσκοινο κι έπεφτε πάνω στην ποδιά.
Σημαντική είναι η έρευνα της Αγγελικής Χατζημιχάλη για την καταγωγή της φορεσιάς. Συγκεκριμένα το πουκάμισο, που στο Βυζάντιο λεγόταν “καμίσιον”, κατάγεται από το χιτώνα ⁻ για τούτο και στην αρχική του μορφή έλειπαν τα μανίκια. Ο τζάκος κατάγεται από το βυζαντινό “τζιτζάκιον”. Το καπιτσάλι (=καμτσέλι) , υποσιαγώνια λουρίδα, που συγκρατεί το σκούφο, αναφέρεται επίσης στα βυζαντινά κείμενα, το ίδιο και η σκέπη. Το συγκούνι είναι η εξέλιξη από το βυζαντινό “σαγίον”, ρούχο υφαντό από γιδόμαλλο, που χρησίμευε για προφύλαξηαπό το κρύο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ηπειρώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά 2.




ΣαρακατσάναΤα φορέματα
Ο κύριος σκοπός του φορέματος είναι να καλύπτει το σώμα από την μέση και κάτω. Μπορεί να έχει πανωκόρμι μονοκόμματο, ανοιχτό στην μέση, ή με τιράντες, μανικωτό ή αμάνικο. Όταν δεν έχει, τότε λέγεται φούστα. Υπάρχουν και εδώ πάρα πολλές παραλλαγές στο σχέδιο και στην ονομασία: φουστάνι, φόρεμα, τσούκνα, βελέσι, σάρτζα κλπ. Φοριέται πάνω από το πουκάμισο.
Η φούστα είναι από μονοκόμματο ύφασμα ή από πολλά κομμάτια οριζόντια ή κατακόρυφα. Ο ποδόγυρος είναι κεντητός, ή από πρόσθετο κομμάτι διαφορετικού χρώματος. Σε ορισμένα μέρη φοριούνται πολλές φούστες η μια πάνω στην άλλη. Το περισσότερο κέντημα είναι στον κόρφο. Το κέντημα της φούστας μπορεί να είναι διακριτικό γνώρισμα της παντρεμένης από την ανύπαντρη, ή ακόμα να δίνει περισσότερες πληροφορίες για την κοινωνική θέση της γυναίκας. Στον χορό το φουστάνι υπογραμμίζει τις κινήσεις των γοφών και τις στροφές. Παράλληλα όμως κρύβει τις κινήσεις των ποδιών ώστε οι γυναίκες να μην χρειάζεται να κάνουν πολύπλοκα βήματα.
Οι ποδιές
Αρχικά, η ποδιά είναι ένα εξάρτημα με την σαφή πρακτική χρησιμότητα να προφυλάσσει το μπροστινό κάτω τμήμα της φορεσιάς, που είναι περισσότερο εκτεθειμένο στο λέρωμα και την φθορά. Αυτές οι ποδιές φτιάχνονται από ένα απλό κομμάτι ύφασμα,Σούλι μπαμπακερό ή μάλλινο, συνήθως με τσέπες και σπάνια με κανένα στολίδι.
Υπάρχει όμως και μια άλλη ποδιά για τις γυναίκες, η γιορτινή, που δεν έχει κανένα πρακτικό σκοπό αλλά είναι αποκλειστικά διακοσμητική. Η ποδιά σαν τμήμα της γιορτινής φορεσιάς συνηθίζεται σε όλες σχεδόν τις ηπειρωτικές περιοχές. Επειδή ακριβώς αποτελεί ένα πρόσθετο κομμάτι, και μάλιστα σε πολύ εμφανές σημείο του σώματος, προσφέρεται ιδιαίτερα για την έκφραση της αισθητικής δημιουργικότητας των γυναικών. Πάνω στην επιφάνεια αυτή αποκρυσταλλώνεται η συμβολική εικόνα με την οποία διαφοροποιείται το ένα χωριό από το άλλο: η ποδιά είναι ένα είδος σημαίας.
Κατασκευαστικά, η ποδιά έχει είτε ορθογώνιο είτε τραπεζοειδές σχήμα. Χρησιμοποιούνται όλων των ειδών τα υφάσματα; από το χοντρό υφαντό μέχρι το πιο πολυτελές αγοραστό. Στο επάνω μέρος μπορεί να υπάρχει ένα ιδιαίτερο κομμάτι ύφασμα εκεί που ακουμπάει η πόρπη της ζώνης, για να μην φθείρεται. Η ποικιλία στα χρώματα είναι επίσης πολύ μεγάλη, εναρμονισμένη όμως με τα χρώματα της υπόλοιπης φορεσιάς. Το ράψιμο και το κέντημα γίνεται σχεδόν πάντα από τις γυναίκες, σπάνια από τους ραφτάδες.
Τα κεφαλοδέματα
Τα στολίσματα των μαλλιών και του κεφαλιού είναι τόσο ποικίλα που δύσκολα επιτρέπουν γενίκευση. Συνήθως καλύπτουν όλο το κεφάλι αφήνονtας ελεύθερο μόνο το πρόσωπο, στην νυφική φορεσιά είναι σκεπασμένο κι αυτό μέχρις ότου η πεθερά ή ο γαμπρός αποκαλύψουν τελετουργικά την νύφη.
ΔρόποληΟι φορεσιές μένουν, αλλά τα μαντηλοδέματα ήταν ολόκληρη τέχνη που στις περισσότερες φορές έχει σήμερα χαθεί γιατί δεν μεταδόθηκε στις νεότερες γυναίκες. Ο στολισμός του κεφαλιού της νύφης ήταν η πιο περίτεχνη εργασία, γι’ αυτό την αναλάμβαναν οι εμπειρότερες γυναίκες του χωριού. Ο γενικός κανόνας είναι να τονίζεται σαφώς η διαφορά ανάμεσα στο κεφαλόδεμα της ελεύθερης και της παντρεμένης, υπάρχουν όμως διακριτιkές παραλλαγές ανάλογα με την φάση της ζωής της γυναίκας. Τις φάσεις αυτές, που προσδίδουν την αντίστοιχη κοινωνική θέση και αναγνώριση, μπορούμε να ορίσουμε προσεγγιστικά ως εξής: κοριτσάκι, στο νυφοπάζαρο, αρραβωνιασμένη, νύφη, παντρεμένη, ηλικιωμένη, με δύο παιδιά, σε πένθος, χήρα. Κάθε φάση υποδηλώνεται από την φορεσιά, αλλά ιδιαίτερα από τον κεφαλόδεσμο. Επί πλέον βέβαια υπάρχουν οι παραλλαγές ανάλογα με την περίσταση: στο σπίτι, στην γειτονιά, στο χωράφι, στην γιορτή, στην εκκλησία, το χειμώνα, το καλοκαίρι κλπ.
Το χτένισμα στα χωριά είναι σχεδόν πάντα το ίδιο, τα μαλλιά πλέκονται σε δύο κοτσίδες. Πριν από τον γάμο οι κοτσίδες κρέμονται στην πλάτη, ενώ οι παντρεμένες μπορούν να τις γυρίζουν πάνω στο κεφάλι σε διάφορα σχέδια. Οι κοτσίδες της νύφης πλουμίζονται με φλουριά, κοσμήματα, γαϊτάνια, λουλούδια και άλλα στολίδια. Στην κορυφή του κεφαλιού στερεώνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμα της παντρεμένης, ένα διπλωμένο μαντήλι ή τυλιγμένο πανί που έχει σκοπό να εμφανίσει υπερυψωμένο το συνολικό χτένισμα. Στο μέτωπο κρέμεται μια κορδέλα με ή χωρίς νομίσματα. Από πάνω δένονται τα διάφορα μαντήλια. Αλλού φοριέται μικρό καλπάκι ή φέσι.
Μαντήλια γενικά λέγονται αυτά που έχουν τετράγωνο σχήμα, ενώ οι μπόλιες είναι στενόμακρες. Το τσεμπέρι είναι ένα μεγάλο μαντήλι από λεπτό ύφασμα, ενώ το φακιόλι είναι αυτό που δένεται κάτω από το κυρίως μαντήλι. Τα πολύ απλά φτιάχνονται στο σπίτι, τα περισσότερα όμως τα φέρνουν οι πραματευτάδες ή οι ξενιτεμένοι. Στον χορό μεσολαβεί ώστε να μην πιάνονται από το χέρι άντρας με γυναίκα, μ' αυτό κρατιέται από τον δεύτερο αυτός που σέρνει ώστε να κάνει εύκολα στροφές.
Φουστανέλα
Στην ηπειρωτική Ελλάδα η πιο συνηθισμένη αντρική φορεσιά αποτελείται από την πουκαμίσα, ένα απλό ρούχο με μανίκια που φοριέται πάνω από το εσωτερικό πουκάμισο, κουμπώνει μπροστά, και μπορεί να φτάνει μέχρι τα γόνατα. Καθώς η μέση σφίγγεται με το ζωνάρι, η πουκαμίσα ανοίγει προς τα κάτω και σχηματίζει δίπλες στον ποδόγυρο. Οι δίπλες αυτές είναι ένδειξη πολυτέλειας και στην προσπάθεια να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερες δημιουργήθηκε σταδιακά ένα ιδιαίτερο ρούχο, η φουστανέλα. Μια πλούσια φουστανέλα μπορεί να έχει μέχρι 400 λαγκιόλια, χρειάζεται δηλαδή σχεδόν ένα τόπι ύφασμα για να γίνει. Όταν είναι από χοντρό ύφασμα του αργαλειού χρειάζεται πανωκόρμι για να κρατάει το βάρος της, οπότε λέγεται κορμοφουστανέλα. Η φουστανέλα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στον χορό γιατί δίνει έμφαση στις στροφές και στα πηδήματα.
Γυναικεία Φορεσιά Δωδώνης Ιωαννίνων Ηπείρου
Η φορεσιά της Δωδώνης είναι μια από τις αξιόλογες φορεσιές της Ηπείρου. Αντικατοπτρίζει τα αυστηρά ήθη και τις παραδόσεις της κλειστής κοινωνίας των Ηπειρωτών.
Αποτελείται από το σιγκούνι, το πουκάμισο, τη φούστα, τη ποδιά και το μαντήλι.
Πιο αναλυτικά, το πουκάμισο, το οποίο είναι και το βασικό ένδυμα κάθε γυναικείας φορεσιάς, είναι κλειστό με κατακόρυφο άνοιγμα ως το λαιμό.
Το πουκάμισο καθώς και η φούστα είναι συνήθως στον ίδιο χρωματισμό και από το ίδιο ύφασμα κατασκευασμένο. Το σιγκούνι ή φλοκάτα είναι αμάνικο πανωφόρι κατασκευασμένο από μαύρο χοντρό ύφασμα και στολισμένο με κορδέλες και κεντήματα από γαϊτάνι.
Στη μέση δένουν τη μαύρη ποδιά, η οποία είναι έντονα διακοσμημένη στο κάτω μέρος της.
Στο κεφάλι δένουν το μαύρο μαντήλι που στολίζεται από δαντέλα σε διάφορους χρωματισμούς. Ως συμπλήρωμα της φορεσιάς φορούν στη μέση το ασημοζούναρο, ασημένια πόρπη με ζώνη και στο στήθος τα φλουριά.Μπουραζάνα
Στα πόδια φορούν κάλτσες και μαύρα παπούτσια.
Ανδρική Φορεσιά Μπουραζάνα Ηπείρου
Μια χαρακτηριστική ανδρική φορεσιά είναι αυτή της Ηπείρου. Τη χαρακτηρίζει η λιτότητα στη μορφή και ο αρμονικός συνδυασμός των χρωμάτων. Αποτελείται από το παντελόνι που είναι συνήθως σε μπεζ ή άσπρο χρώμα φτιαγμένο από χονδρό ύφασμα, τη λεγόμενη τσόχα και λέγεται μπουραζάνα ή βρακοπαντέλονο.
Το πουκάμισο που φτιάχνεται συνήθως από βαμβακερό ύφασμα σε άσπρο χρώμα ή σε διάφορες καρό αποχρώσεις. Ανάλογα με την περιοχή έχει στενά ή φαρδιά μανίκια.
Το αμάνικο γιλέκο φτιάχνεται από μάλλινο ύφασμα σε σκούρα απόχρωση.
Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς είναι επίσης το ζωνάρι, μονόχρωμο ή ριγέ πολύχρωμο από δίμιτο ύφασμα που μπαίνει στη μέση, το γούνινο καλπάκι για το κεφάλι, και η ασημένια αλυσίδα ή ο σταυραετός που στολίζει το στήθος.
Στα πόδια φορούν μαύρα παπούτσια ή τσαρούχια ανάλογα με την περιοχή.

Ηπειρώτικη παραδοσιακή Φορεσιά .


Τα ενδύματα μεταφέρουν πληροφορίες για την κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων. Χωρίζονται σε δύο μεγάλεςΙωάννινακατηγορίες α) τα γυναικεία και β) τα ανδρικά. Κάθε ενδυμασία μπορεί να δηλώνει:
  • κοινωνική θέση (π.χ. αρραβωνιασμένη, παντρεμένη, νεόνυμφη, χήρα)
  • ποιότητα και αισθητική κάθε περιοχής (καθημερινή, γιορτινή, νυφική),
  • κοινωνική τάξη (αστική, χωρική).
Η φορεσιά εξαρτάται από
  • το κλίμα,
  • το φύλο,
  • τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες,
  • την ιστορική πορεία και τις πολιτικές επιδράσεις που δέχτηκε η κάθε γεωγραφική περιοχή.
Διαφέρει ανάλογα με την ηλικία και την κοινωνική θέση εκείνου που τη φοράει. Tα στοιχεία της φορεσιάς π.χ. μιας νέας κοπέλας διαφέρουν από εκείνα της αρραβωνιασμένης ή της παντρεμένης, της χήρας και της γυναίκας που ο άντρας της λείπει στην ξενιτιά.
ΚόνιτσαΟι ανδρικές από τις γυναικείες φορεσιές διαφέρουν πολύ μεταξύ τους: η ανδρική έχει λίγα κεντήματα και είναι σε λιτή και αυστηρή  γραμμή ενώ η γυναικεία ποικίλλει ανάλογα με τη γυναίκα και  την κλίση της προς τον καλλωπισμό.
Ένα σημαντικό μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς είναι τα καλλωπιστικά της στοιχεία τα οποία, αποτελούν σύμβολα. Για παράδειγμα, ένας σταυρός συμβολίζει τη θρησκεία, ένα καράβι τη ζωή, ένα λουλούδι τη νεότητα. Επίσης ένα χρώμα ή κάποιο σχήμα συμβολίζουν κάποιες αξίες.
Οι ελληνικές φορεσιές του παρελθόντος είναι επηρεασμένες από την Τουρκοκρατία όπως επίσης δηλώνεται και ο εθνικός δυναμισμός κάθε φορεσιάς.


Το πουκάμισο
Το πουκάμισο είναι κοινό κομμάτι σε όλες τις φορεσιές, αντρικές ή γυναικείες, και το τελευταίο που διατηρήθηκε έστω και φορεμένο κάτω από τα δυτικά ρούχα. Είναι φτιαγμένο από μπαμπακερό ύφασμα, αλλά και λινό ή μεταξωτό, ανάμεικτα με καννάβι ή μαλλί. Συνήθως είναι άσπρο, πάντα κλειστό με άνοιγμα για τον λαιμό και συχνά με μανίκι. Κατασκευάζεται στο σπίτι, μόνο στις πόλεις είναι αγοραστό. Η διακόσμησή του είναι υφαντή, κεντητή ή πρόσθετη στα σημεία που φαίνονται. Στις άκρες μπορεί να έχει δαντέλες, κρόσσια και κορδέλες.
Φοριέται κατάσαρκα, ή πάνω στην φανέλα από τους άντρες. Το πουκάμισο είναι το πιο προσωπικό από τα τμήματα μιας φορεσιάς,Μέτσοβογι' αυτό δεν αλλάζει μορφή ανάλογα με την κοινωνική θέση του ατόμου. Συχνά φέρει μικρά σημάδια του ιδιοκτήτη, λουλουδάκια, μονόγραμμα κ.τ.λ.
Οι επενδύτες
«Επενδύτης» είναι μια ονομασία που δίνουμε για τα: καβάδι, αντερί, καπλαμάς, σαγιάς, καφτάνι, σιγκούνι και πολλές άλλες.
Το κόψιμο είναι παρόμοιο με του πουκάμισου με την διαφορά ότι έχει κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά. Αποτελείται από τη μάνα μπρος-πίσω, τα λαγκιόλια στα πλάγια, και τα μανίκια. Αντίθετα με το πουκάμισο, ράβεται από ειδικό μάστορα, τον τερζή, που βάφει το ύφασμα, το κόβει, το ράβει και το κεντάει με το ειδικό τερζήδικο κέντημα. Στο κέντημα αυτό, ένα χρυσό ή χρωματιστό κορδόνι (γαϊτάνι) ράβεται πάνω στην τσόχα σε σπειροειδή σχέδια. Το ύφασμα είναι βαμβακερό, υφαντό ή μάλλινο, αλλά και από διάφορα αγοραστά υφάσματα, με φλόκους εσωτερικά ή φορδαρισμένο. Το μήκος εμφανίζεται αρχικά μεγάλο, φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, με τάση να κονταίνει με τον χρόνο. Το χρώμα, αρχικά λευκό, γίνεται λουλακί, μπλε ή μαύρο.
Στολίζεται στα πιο εμφανή σημεία, κυρίως στις άκρες, με κέντημα ή με πρόσθετα κομμάτια ύφασμα. Όταν είναι αμάνικο ή κοντομάνικο, τότε δίνεται περισσότερη έμφαση στο στόλισμα των μανικιών του πουκαμίσου που προεξέχουν. Αποτελεί το κεντρικό κομμάτι της φορεσιάς, γι' αυτό σημειώνει την συγκινησιακή κατάσταση της γυναίκας: ανασκουμπωμένο στον χορό και κατεβασμένο στην λύπη ή στην εκκλησία.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ



ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

Τα βασικά εργαλεία για την ύφανσηΜπορεί ο αργαλειός να είναι ο βασικός κορμός για την ύφανση αν δεν υπήρχαν όμως μια σειρά από άλλα εργαλεία θα ήταν αδύνατη η επιτυχημένη ύφανση. Τα χειρόχτενα, ήταν βασικά για να ξαίνουν τα μαλλιά τα οποία τοποθετούσαν στη συνέχεια στη ρόκα και με την μαγική βοήθεια του αδραχτιού δημιουργούσαν το νήμα. Μετά την επεξεργασία και το βλάψιμο του το έβαζαν στην ανέμη και το τύλιγαν στα καλάμια ή στις σαΐτες. Κάθε χωριό είχε τουλάχιστο μία γυναίκα η οποία ήξερα να μετρά και να «αδειάζει» όπως έλεγαν το στημόνι που θα τοποθετούσαν μετά στον αργαλειό για να στήσουν εκεί πάνω τα ξόμπλια και τα σχέδια τους. Μετά το άδειασμα που γινόταν σε ανοικτούς χώρους ακολουθούσε το πέρασμα στον αργαλειό. Κάθε νήμα έπρεπε να περάσει από τους μίτους που είναι συνδεδεμένοι με τις πατητήρες, από τους μίτους περνούσε στο χτένι το βασικό εργαλείο που βρίσκεται ανάμεσα στις αυστηρές γεωμετρικές γραμμές οι οποίες με την βοήθειά τους και τις υφάντρας τα νήματα μετατρέπονται σε σχέδια και ανεκτίμητα έργα τέχνης
ΥΦΑΝΣΗ :
Τα νήματα στημονιού και υφαδιού διασταυρώνονται σε κάθετες διευθύνσεις για να μετασχηματιστούν σε ύφασμα. Το σύνολο διαδικασιών-λειτουργιών των διαφόρων μηχανισμών του αργαλειού, που απαιτείται για την παραγωγή υφαντού υφάσματος, ονομάζεται ύφανση.
Για την "απλή ύφανση", ο αργαλειός απαιτείται να έχει δύο τελάρα. Στα μιτάρια κάθε τελάρου είναι περασμένα ένα παρά ένα τα νήματα στημονιού.
Τα στάδια της απλής ύφανσης είναι τα εξής:
1. Δημιουργία ανοίγματος νημάτων στημονιού
2. Πέρασμα του φορέα υφαδιού μέσα από το άνοιγμα του στημονιού και εναπόθεση του υφαδιού.
3. Χτύπημα του υφαδιού από το χτένι προς το παραγόμενο ύφασμα.
4. Σταδιακή εκτύλιξη του στημονιού
5. Τμηματικό τύλιγμα του παραγόμενου υφάσματος και επανάληψη από το στάδιο 1 με εναλλακτική κίνηση των τελάρων.
<αριθμός>ΝΗΜΑΤΑ---ΣΤΗΜΟΝΙ
Προετοιμασία Νημάτων
Τα νήματα υφαδιού και στημονιού χρειάζονται κάποια προετοιμασία πριν αρχίσει η ύφανση. Για τα νήματα υφαδιού απαιτείται το Μασούρισμα, ενώ η προετοιμασία του στημονιού ολοκληρώνεται σε τρία στάδια: το Διάσιμο, το Κολλάρισμα και το Μίτωμα.
Με το Διάσιμο γίνεται μια ομοιόμορφη και παράλληλη τακτοποίηση των νημάτων σε ορισμένο πλάτος και περιτύλιξή τους με σταθερή τάση στο Ρόλο του στημονιού.
Επειδή τα νήματα στημονιού υπόκεινται σε ισχυρές εφελκυστικές τάσεις κατά τη διάρκεια της ύφανσης, πρέπει να είναι αρκετά μεγάλης αντοχής. Μια αύξηση της αντοχής των νημάτων γίνεται με το Κολλάρισμα.
Η τοποθέτηση των νημάτων στημονιού στον αργαλειό γίνεται με το Μίτωμα.
Συγκεκριμένα, τα νήματα πρέπει να περαστούν μέσα από τα "μάτια" των μιταριών και από τις θυρίδες του "χτενιού". Το μίτωμα γίνεται σύμφωνα με το προκαθορισμένο σχέδιο υφάσματος.

Μαστίχα Χίου.


Μοναδικό φυσικό προϊόν με θεραπευτικές ιδιότητες είναι η μαστίχα Χίου. Από την αρχαιότητα υπάρχουν αναφορές σε κείμενα ιατρών όπως ο Διοσκουρίδης και ο Γαληνός, για ανακούφιση συμπτωμάτων του πεπτικού συστήματος μετά από θεραπεία με μαστίχα. Οι αναφορές αυτές συνεχίζονται στους επόμενους αιώνες από τους Αραβες γιατρούς και φιλοσόφους, καθώς και από περιηγητές που επισκέφθηκαν τη Χίο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Στη σύγχρονη μονάδα παραγωγής μπορούν να παραχθούν έως και 20.000 κάψουλες ανά ώραΣτη σύγχρονη μονάδα παραγωγής μπορούν να παραχθούν έως και 20.000 κάψουλες ανά ώραΤα τελευταία χρόνια η Ενωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου (ΕΜΧ) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μελέτες που αφορούν τη χρήση μαστίχας ως θεραπευτικού μέσου. Επιστημονικές προσεγγίσεις επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς σχετικά με τις θεραπευτικές ιδιότητες στο πεπτικό σύστημα. Από τη δεκαετία του '90 έγιναν μελέτες για τη δράση της μαστίχας στο ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, όπου έχουμε σημαντικά αποτελέσματα, και στη συνέχεια για την αντιμετώπιση προβλημάτων δυσπεψίας όπως και για τη νόσο του Crohn.
Ετσι, εδώ και 4 χρόνια, η έρευνα επικεντρώνεται, τόσο σε επίπεδο εργαστηρίου όσο και στον οικονομικό τομέα, στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε η μαστίχα να κυκλοφορεί με τη μορφή κάψουλας ως συμπλήρωμα διατροφής.
Στις 7 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους η ΕΜΧ εξασφάλισε την ειδική άδεια από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων για δυνατότητα παραγωγής προϊόντων ειδικής διατροφής με τη μορφή «μαστίχα Χίου σε κάψουλα».
«Ανοίγει ένας καινούργιος δρόμος για τη μαστίχα. Ενα καινούργιο πεδίο που έχει εν δυνάμει πελάτες όλους αυτούς που έχουν ένα πρόβλημα υγείας και θέλουν να δουν μια βελτίωση», μας τόνισε ο πρόεδρος της Ενωσης, Κώστας Γανιάρης.
«Είναι σημαντικό ότι όλες οι κλινικές μελέτες τα τρία τελευταία χρόνια έχουν γίνει με τη χρήση της συγκεκριμένη κάψουλας, η οποία είναι φυσική μαστίχα Χίου, ενώ το εξωτερικό κάλυμμα είναι φυτικής προέλευσης. Ενα, δηλαδή, καθαρά φυτικό σκεύασμα», μας λέει ο υπεύθυνος παραγωγής, γεωπόνος Ηλίας Σμυρνιούδης.
«Σαν ιδέα υπήρχε από το 2007, αλλά στην ουσία ξεκίνησε πριν από περίπου 14 μήνες όταν δημιουργήθηκαν οι νέοι χώροι του εργοστασίου της Ενωσης Μαστιχοπαραγωγών. Μετά την αδειοδότηση από τον ΕΟΦ, το αμέσως επόμενο στάδιο είναι η παραγωγή και παρουσίαση του προϊόντος», τονίζει ο χημικός Γιάννης Μπενοβίας, προϊστάμενος του εργοστασίου τσίχλας.
Ρωτούμε τους δύο νέους επιστήμονες που εργάζονται για λογαριασμό της ΕΜΧ ποιο ήταν το κύριο κίνητρο για την παραγωγή της κάψουλας μαστίχας.
«Ο καταναλωτής που ξέρει τις ιδιότητες της μαστίχας και τη χρησιμοποιεί για στομαχικές διαταραχές αλλά και για διάφορες άλλες παθήσεις ήθελε να έχει τη μαστίχα σε μια μορφή που θα ήταν εύκολη στην κατάποση. Αντί να έχει δηλαδή τη σκόνη που δεν διαλύεται στο νερό, είναι δύσκολη στην κατάποση και μένει σαν ουσία στο στόμα, προχωρήσαμε στην παραγωγή κάψουλας που εύκολα μπορεί να την πάρει ο καταναλωτής.
Εκτός αυτού, σκοπός μας είναι η μαστίχα, από ένα ακριβό μεν αλλά μπαχαρικό, να περάσει σε μια άλλη χρήση που είναι καθαρά η συμβολή της στην ανθρώπινη υγεία. Και να ανοίξουν καινούργιες αγορές, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο», τονίζει ο κ. Σμυρνιούδης.
Μέσω της ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο, η Ενωση Μαστιχοπαραγωγών έχει εφοδιαστεί με τα κατάλληλα μηχανήματα. Λόγω των ιδιαίτερων δυσκολιών που παρουσιάζει η μαστίχα (κολλά πολύ εύκολα) χρειάστηκαν αρκετές δοκιμές έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις. Σύμφωνα με το τμήμα marketing, η κάψουλα θα είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει στα τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου.
Η παραγωγή μπορεί να φτάνει περίπου στις 20.000 κάψουλες ανά ώρα. Κατ' αρχάς θα κυκλοφορεί σε πλαστικά μπουκαλάκια των 90 τεμαχίων για μια θεραπεία ενός μήνα. Θα κυκλοφορεί σε φαρμακεία και στα καταστήματα μαστίχας, αποτελώντας ένα προϊόν για ειδικούς διατροφικούς σκοπούς. Στην ερώτησή μας αν υπάρχουν παρενέργειες, ο κ. Μπενοβίας είναι κατηγορηματικός ότι σε καμιά κλινική μελέτη δεν έχει διαπιστωθεί κάτι τέτοιο.
«Ολες οι κλινικές μελέτες τα τελευταία 3 χρόνια, και έχουν γίνει 4-5, με δοσολογία τουλάχιστον 2-3 γραμμάρια τη μέρα, δεν έχουν δείξει καμία παρενέργεια. Αντίθετα, όλες έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ότι δηλαδή η μαστίχα συμβάλλει στην υγιεινή του πεπτικού και εντερικού συστήματος», σημειώνει.
Χαμογελώντας ο Ηλίας Σμυρνιούδης σχολιάζει: «Δεν θέλουμε να πούμε ότι η μαστίχα είναι «διά πάσαν νόσον», αλλά αυτή την περίοδο περιμένουμε τα αποτελέσματα από ερευνητικό ίδρυμα της Σουηδίας σχετικά με τα ποσοστά εκρίζωσης του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού. Επίσης, σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο εξετάζεται ο μηχανισμός δράσης της μαστίχας σε σχέση με τη νόσο Crohn. Αλλά και πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο ασχολούνται πειραματικά με τη μαστίχα, όπως στην Κίνα, σε θέματα καταπολέμησης καρκινικών κυττάρων αλλά και σε έρευνες για τη χρήση της μαστίχας σε άτομα με διαβήτη. Μάλιστα, αναμένεται να έχουμε ανακοινώσεις και στο προσεχές συνέδριο για το διαβήτη που θα γίνει μέσα στο χρόνο».
Η μαστίχα χρησιμοποιήθηκε και σε κλινική μελέτη στο Νοσοκομείο της Χίου σε προβλήματα του ανώτερου πεπτικού. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε η επίδραση της μαστίχας σε ασθενείς με δυσπεπτικά ενοχλήματα.
«Τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Το 75% των ασθενών που έλαβαν μαστίχα είχαν σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων, ενώ μόνο 41% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο είχαν ύφεση των συμπτωμάτων. Βρέθηκε ότι συμπτώματα όπως ο πόνος στο στομάχι, ο οπισθοστερνικός καύσος και οι ερυγές βελτιώθηκαν σημαντικά», σημειώνει στο σχετικό σημείωμά του προς την ΕΜΧ ο δρ γαστρεντερολόγος Κωνσταντίνος Ντάμπος, όταν έκανε τη σχετική μελέτη υπηρετώντας στο Σκυλίτσειο Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χίου (σήμερα υπηρετεί στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων). Μάλιστα ο ίδιος τονίζει ότι «η χρήση της μαστίχας στη δυσπεψία μπορεί να αποτελέσει ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας των δυσπεπτικών ενοχλημάτων τον 21ο αιώνα» και η κάψουλα αποτελεί το καλύτερο υλικό για αυτή την προσπάθεια! *


Για τους μη γνωρίζοντες μοιάζει απίστευτο, αλλά είναι αληθινό: «Είμαστε η χώρα που έχει ως δεύτερη μεγαλύτερη αιτία επιβάρυνσης του ελλείμματος στο εμπορικό της ισοζύγιο τις εισαγωγές ζωικών προϊόντων, μετά τις αμυντικές δαπάνες».
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν λέγεται διά στόματος του κ. Κεφαλά, προέδρου αγελαδοτρόφων - γαλακτοπαραγωγών Ελλάδας, που δικαίως (και από την πλευρά του) εκτιμά ότι θα ωφελούσε μια στροφή στην κατανάλωση των ελληνικών προϊόντων διατροφής. Με την προϋπόθεση όμως ότι θα είναι ανταγωνιστικά, ποιοτικά και κάποιοι θα τα παράγουν. Γιατί, κακά τα ψέματα, η αγροτική επιχειρηματικότητα στη χώρα μας είναι κάτι σαν αστείο. Η γη έχει εγκαταλειφθεί και όπου δεν γίνεται πλέον χωράφι σπαρμένο με φωτοβολταϊκά, γίνεται αγώνας να κρατηθεί καλλιεργήσιμη, τώρα που οι επιδοτήσεις αποτελούν παρελθόν και μάλιστα θλιβερό. Απ' την άλλη, όσοι πασχίζουν να δώσουν βιολογικά προϊόντα απαλλαγμένα από φυτοφάρμακα γονατίζουν, κάποιες φορές από τη μανία της φύσης αλλά συνήθως από τη γραφειοκρατία των φορέων (sic) του κράτους, που διακρίνονται για την υποκρισία τους κυρίως απέναντι στους μικρούς παραγωγούς, βιοκαλλιεργητές επιχειρηματίες.
Αντί λοιπόν το κράτος, αυτό τέλος πάντων που έχουμε, να «εκμεταλλευτεί» θετικά (δεδομένων των εξαιρετικών κλιματολογικών συνθηκών) την παραγωγή (υπαίθριων) ανοιξιάτικων και φθινοπωρινών κηπευτικών, εξαιρεί τους βιοκαλλιεργητές που δεν βρίσκονται σε ζώνες Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης από τις επιδοτήσεις.
Οσο για τη βιολογική κτηνοτροφία, αργοσβήνει επειδή η πολιτεία μας δεν κατάφερε να βρει τρόπους ώστε οι παραγωγοί να διαθέτουν το βιολογικό κρέας σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα, κάποιοι επιστρέφουν στον τόπο τους με σημαία την αισιοδοξία και την προσπάθεια για μια νέα αρχή μέσα από την καλλιέργεια της γης.
Κοντολογίς, έρχονται να επενδύσουν ψυχή, κόπο και χρήμα σε έναν χώρο που μπορεί και να φαντάζει «ένα πολλά υποσχόμενο πεδίο οικονομικής δράσης και ανάπτυξης, αλλά κρύβει πολλές παγίδες», όπως λέει ο κ. Καχριμάνης, πρόεδρος του Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας Ελλάδας.
Σ' αυτό το αφιέρωμα βλέπουμε τα πράγματα θετικά και το ποτήρι μισογεμάτο, παρουσιάζοντας ορισμένους παλιούς και νεότερους επιχειρηματίες που επένδυσαν στη γη και στους καρπούς της, παράγοντας ποικιλία προϊόντων. Προϊόντων ιδιαίτερων -καινοτόμων και πρωτοποριακών.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ:


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

Εργαλείο υφαντικής, γνωστό από πολύ παλιά. Στα χωριά μας, χρησιμοποιείται και σήμερα ο παλιός χωριάτικος αργαλειός.
Σ' έναν άξονα είναι τυλιγμένο το στημόνι, δηλαδή το νήμα. Είναι εκείνες οι κλωστές που, αν κοιτάξουμε στο ύφασμα, φαίνονται στο μάκρος τους. Οι κλωστές αυτές περνούν έπειτα από τα "μιτάρια" και στη συνέχεια από κάθε δόντι ενός μεγάλου ξύλινου χτενιού. Η υφάντρα περνάει με τη σαΐτα το υφάδι, δηλαδή το νήμα με το οποίο γίνεται η ύφανση, ανάμεσα στις κλωστές αυτές και μετά τις πιέζει με ένα χτύπημα του χτενιού. Έτσι οι κλωστές σμίγουν και σφίγγουν μεταξύ τους και γίνεται το ύφασμα, πυκνό ή αραιό, ανάλογα με το δυνατό ή ελαφρό χτύπημα του χτενιού. Την ώρα που περνάει τη σαΐτα η υφάντρα, τα μιτάρια ανεβοκατεβαίνουν, γιατί η  υφάντρα πιέζει με τα πόδια της δυο "ποδαρικά" μια το ένα, μια το άλλο κι έτσι διευκολύνεται το πέρασμα της σαΐτας. Η υφάντρα ξέρει πως να μεταχειριστεί τη σαΐτα, για να κάμει και διάφορα σχέδια στο υφαντό.
Στον αργαλειό γίνονται και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα κόβουν σε στενές λωρίδες, τα κάνουν κουβάρια και τα υφαίνουν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων φτιάχνουν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ:
ΜΙΝΩΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
Η υφαντική από την μινωική περίοδο Η μικρή «Θεά των Όφεων» από το ανάκτορο της Κνωσού, είναι το πρώτο παράδειγμα υψηλής ρκής, με την τονισμένη μέση και το σφιχτό κορσάζ, που αναδεικνύει το πάνω μέρος του σώματος. Οι Μινωίτισσες ήταν οι πρώτες μοντέρνες γυναίκες στην ιστορία που πέταξαν από πάνω τους τα χυτά, φιλικά προς το σώμα ρούχα και φόρεσαν ρούχα κομμένα και ραμμένα ώστε να τονίζουν τη λεπτή μέση και κάποια χαρακτηριστικά του σώματος. Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να το διακρίνει κανείς ακόμα και σήμερα στην γυναικεία κρητική φορεσιά. Τα χαρακτηριστικά της, η πλαστικότητα, η εύθυμη, χαρούμενη διάθεση, η τάση να αναδιπλώνεται το ύφασμα σε πτυχές ή οριζόντιες ζώνες και η ανάδειξη του μπούστου είναι μερικά από τα στοιχεία που έχουν διατηρηθεί προσαρμοσμένα στη σεμνότητα των νεότερων εποχών. Άλλωστε οι Μινωίτισσες είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου το ένδυμα δεν κάλυπτε το στήθος. Η ξεχωριστή θέση που κατείχαν στην κοινωνία τους σε συνδυασμό με την θρησκευτική τους ευλάβεια δεν τις εμπόδιζε να αναδείξουν το στήθος τους, το οποίο ήταν σύμβολο γονιμότητας και εφορίας.
ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ  ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Οριζόντιος αργαλειόςΗ πρώτη σημαντική εξέλιξη του αργαλειού ήταν η ταυτόχρονη εκτύλιξη του στημονιού και περιτύλιξη του παραγόμενου υφάσματος. Στη συνέχεια, η εισαγωγή των "τελάρων" διευκόλυνε στο άνοιγμα του στημονιού, απ' όπου περνούσε το υφάδι με τη βοήθεια της "σαΐτας".
Κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ. στην Ευρώπη, ο κάθετος αργαλειός παραγκωνίστηκε και τη θέση του πήρε ο οριζόντιος αργαλειός, γνωστός από το 3.000 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Η Βίβλος παρέχει την πληροφορία ότι η Δαλιδά, θέλοντας να ανακαλύψει το μυστικό της σωματικής δύναμης του Σαμψών, ύφανε τα μαλλιά του χρησιμοποιώντας την τεχνική του πρωτόγονου οριζόντιου αργαλειού.
Οι θεμελιώδεις λειτουργίες του οριζόντιου αργαλειού παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες, όπως επινοήθηκαν πριν από χιλιετηρίδες. Οι διάφορες αλλαγές ή τροποποιήσεις στόχευαν στη βελτίωση των μηχανικών μέσων. Σημαντική βελτίωση ήταν η επινόηση της ιπτάμενης σαΐτας, η οποία σημάδεψε την αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η εισαγωγή περισσότερων "τελάρων" διεύρυνε την ποικιλία των υφαντικών σχεδίων, για να φθάσουμε στους αυτοματισμούς ενός σύγχρονου αργαλειού.
ΚΑΘΕΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ:
Κάθετος αργαλειός με βαρίδια (6.000 π.Χ.) Θεωρείται ότι αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τη Νεολιθική Εποχή.
Ο πρωτόγονος υφαντής για να ξεπεράσει το πρόβλημα της ευλυγισίας των νημάτων στημονιού, αρχικά έδενε το ένα άκρο τους σε κάποιο οριζόντιο κλαδί δέντρου, ενώ στο άλλο έδενε πέτρες, που χρησίμευαν σαν βαρίδια για να διατηρούνται τα νήματα τεντωμένα. Η διάταξη αυτή προσφερόταν για την αποτελεσματική διαπλοκή των νημάτων υφαδιού κάθετα προς το στημόνι, για να παραχθεί ύφασμα.
Το μέγιστο μήκος υφάσματος δεν ξεπερνούσε τα δύο μέτρα, όσο το ύψος που μπορούσε να φθάσει η υφάντρια για να περάσει το υφάδι.
Ο κάθετος αργαλειός παρέμεινε ο πιο συνηθισμένος τύπος αργαλειού για χιλιετηρίδες.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Ομηρικοί Έλληνες, αλλά και μέχρι τον 19ο αιώνα η φυλή των Ινδιάνων της Αμερικής Ναβάχο (Navaho) χρησιμοποιούσαν τον κάθετο αργαλειό. 

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Η ρουμλουκιώτικη γυναικεία φορεσιά 1.



Η ρουμλουκιώτικη γυναικεία φορεσιά.

Η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού, "οι σαϊάδες και τα κατσούλια",
χαρακτηρίστηκε από πολλούς ερευνητές και λαογράφους ως μία από τις ωραιότερες
ελληνικές φορεσιές. Η ιδιότυπη αυτή φορεσιά των γυναικών του Ρουμλουκιού
θυμίζει κατά κάποιο τρόπο αρχαίο θώρακα και πιστεύεται πως έχει ξεχωριστά παλιά
παράδοση, ιδιαίτερα εξαιτίας του κεφαλόδεσμου που δεν έχει τον όμοιο του σε καμιά
άλλη ελληνική φορεσιά. Ο κεφαλόδεσμος που μοιάζει με περικεφαλαία είναι η
περηφάνια των 50 περίπου χωριών του Ρουμλουκιού και οι ντόπιοι τον ονομάζουν
"κατσούλι".
Η Αγγελική Χατζημιχάλη αναφέρει για τη γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού:
«Η ιδιόρρυθμη φορεσιά των γυναικών και ιδιαίτερα ο πρωτότυπος κεφαλόδεσμος που
συνηθίζεται από όλες τις γυναίκες σε όλα τα χωριά, περνά στον τόπο για σημάδι
Ελληνικής καταγωγής. Αν βρεθεί που και που καμία να βάλει αντί για κεφαλόδεσμο
μαντήλι, λογίζεται από τους ντόπιους, ακόμη και αν εξακολουθεί να φορεί πιστά όλα τα
μέρη της φορεσιάς, πως περιφρονεί τα πατροπαράδοτα. Γιατί το κατσούλι, οκεφαλόδεσμος, σκεπάζει τ’ αυτιά και τους κροτάφους και μοιάζει με αρχαία
περικεφαλαία. Όταν ρωτήσει κανείς τις γυναίκες αν έχουν όλες την ίδια φορεσιά,
απαντούν: "όλες φοράμε το κατσούλι". Γιατί πιστεύουν ότι το φορούν από την εποχή
του Μέγα Αλεξάνδρου, για να τιμωρήσει για τη δειλία τους τους άντρες και ν’
ανταμείψει τις γυναίκες, που την ώρα της μάχης δεν πάψανε να κουβαλούν νερό στο
στρατό, έβγαλε από τους άντρες τις περικεφαλαίες και τις έδωσε στις γυναίκες.»
1
Ο Απόστολος Τζαφερόπουλος σημειώνει τα εξής στον Τουριστικό οδηγό της
Ημαθίας του 1969 για τη φορεσιά αυτή: «Ο παράδοξος και χαρακτηριστικός
κεφαλόδεσμος, ο λεγόμενος "κατσούλα" (κουκούλα), λέγεται ότι έχει την αρχή του
στους χρόνους του Μ. Αλεξάνδρου. Κατά την παράδοση αυτή, ο Μ. Αλέξανδρος
εθαύμασε τις γυναίκες του Γιδά για το θάρρος και τον ηρωισμό που έδειξαν σε μία
κρίσιμη μάχη, κατά την οποία εδείλιασαν οι άνδρες τους. Διέταξε λοιπόν να φορέσουν
οι γυναίκες τις περικεφαλαίες των ανδρών, που με τον καιρό μεταπήδησαν και στην
μόδα της καθημερινής ζωής ως κεφαλόδεσμοι (κατσούλες). Ενώ οι άνδρες φόρεσαν
μαύρα μαντήλια, που τους έδωσαν οι γυναίκες για να δείχνουν το πένθος τους.»
2
Η ερευνήτρια Δώρα Στράτου στο βιβλίο της "Ελληνικοί Παραδοσιακοί χοροί"
γράφει: «Στην Αλεξάνδρεια της Μακεδονίας, εκεί που βρίσκεται η Αρχαία Πέλλα –
τόπος που γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος – και σε περίπου 50 χωριά της περιφέρειας
αυτής, χορεύουν ένα βαρύ χορό, τελετουργικό στο ύφος. Χορεύουν γυναίκες που φορούν
κάλυμμα στο κεφάλι και συνήθως με το νυφικό τους φόρεμα, που θυμίζει τις
περικεφαλαίες των Αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών. Υπάρχει ένας μύθος πάνω σ’ αυτό,
ότι τάχα, σε μία μάχη του Μεγάλου Αλεξάνδρου – ή κατ’ άλλους, του παππού του
Αμύντα του Γ΄ – όπου οι άνδρες δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά, όρμησαν οι
γυναίκες, που κέρδισαν τη μάχη και τότε ο Μέγας Αλέξανδρος (ή ο Αμύντας) τους
έδωσε το προνόμιο να φορέσουν την περικεφαλαία, για να τις τιμήσει που φέρθηκαν
τόσο ηρωικά. Γεγονός είναι, πως μόνο σ’ αυτή την περιφέρεια φοριέται αυτό το
κάλυμμα και η ιδιαίτερη ενδυμασία...»
3
Την ανταλλαγή της φορεσιάς της γυναικείας με αντρική τη συναντάμε και στο
παράδειγμα των Αργείων, που ντυμένοι σα γυναίκες και οι γυναίκες τους σαν άντρες
γιορτάζανε τη μνήμη της σωτηρίας του Άργους από την Τελέσιλλα και τις
1. Βλ. Α. Χατζημιχάλη, Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά, τόμ. Β΄, εκδ. Μέλισσα, Μουσείο Μπενάκη
Αθήνα, σ. 210.
2. Βλ. Α. Τζαφερόπουλος, Τουριστικός Οδηγός Ημαθίας, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 134.
3. Βλ. Δ. Ν. Στράτου, Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων,
Αθήνα 1979, σ. 41. Αργίτισσες. Άλλωστε, οι Αρχαίοι Μακεδόνες βασιλείς πίστευαν ότι η καταγωγή τους
ήταν από το βασιλικό οίκο του Άργους
4
.
Η παράδοση, η οποία αναφέρεται στο σχήμα του κεφαλόδεσμου των γυναικών
του Ρουμλουκιού ήταν διαδεδομένη μέχρι και τη Θεσσαλία και το Βελβεντό της
Πιερίας. Μόνο στο Ρουμλούκι, όμως, φοριέται ο κεφαλόδεσμος αυτός, δηλαδή στην
περιοχή που βρίσκεται η Βεργίνα και πολύ κοντά στην Πέλλα, το μέρος που
γεννήθηκε ο Μ. Αλέξανδρος. Η παράδοση, λοιπόν που αιτιολογεί το σχήμα του
κεφαλόδεσμου είναι εντελώς δικαιολογημένη και μας κάνει να υποθέσουμε ότι στο
Ρουμλούκι πρωτακούστηκε
5
.
Αρκετοί ερευνητές, που επισκέφτηκαν τη φυλή των Καλάς στο Πακιστάν, τους
οποίους πολλοί μελετητές τους θεωρούν απογόνους των στρατιωτών του Μ.
Αλεξάνδρου, εντόπισαν αρκετές ομοιότητες στον κεφαλόδεσμο και στην όλη φορεσιά
τους με τη μακεδονίτικη φορεσιά του Ρουμλουκιού
6
.
Ο κεφαλόδεσμος της γυναίκας από τη φυλή
των Καλάς έχει εμφανής ομοιότητες με το ρουμλουκιώτικο
κεφαλόδεσμο. Οι γυναίκες του Ρουμλουκιού ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένες και αγαπούσαν πολύ
τον ιδιότυπο αυτό κεφαλόδεσμο (κατσούλι) κυρίως λόγω της παράδοσης που ανάγει
4. Βλ. Γ. Μελίκης, Τα λαογραφικά της Μελίκης: Μελετήματα , τόμ. Δ΄, εκδ. Λαογραφικός Όμιλος
Μελίκης και Περιχώρων, Μελίκη 1987, σσ. 76-77.
5. Βλ. Γ. Μελίκης, ό.π., σ. 77.
6. Βλ. Δ. Α. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 202. την καταγωγή του από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Πολλές Ρουμλουκιώτισσες δεν
το αποχωρίζονταν ούτε κατά τη διάρκεια του ύπνου τους.
Στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα ο Καπετάν Μιχάλης Ματαπάς (Μιχάλης
Αναγνωστάκος), αξιωματικός του ελληνικού στρατού, δυστυχώς εξαιτίας της άγνοιας
του απαγόρευσε στις Ρουμλουκιώτισσες να φορούν το κατσούλι, πιστεύοντας
λανθασμένα ότι είναι βουλγάρικο. Την ίδια εποχή Βούλγαρος αρχηγός κομιτατζήδων,
καλύτερα πληροφορημένος για τα εθνολογικά ζητήματα, γνώριζε ότι το κατσούλι
δείχνει γνήσια ελληνική καταγωγή. Για τον λόγο αυτό και ο ίδιος είχε απαγορέψει σε
γειτονικά χωριά να φορούν τη ρουμλουκιώτικη φορεσιά με την υποστήριξη ακόμα
και των Τούρκων
7
.
Μετά την απελευθέρωση του 1912, οι γυναίκες του Ρουμλουκιού ήταν πάλι
ελεύθερες να φορούν το αγαπημένο τους κατσούλι. Αυτό διάρκεσε μέχρι τη
σαρωτική δεκαετία του 1950, οπότε και οι Ρουμλουκιώτισσες προτίμησαν τα
φράγκικα ρούχα λόγω ότι ήταν πιο ευκολοφόρετα και αφού η περιοχή τους είχε πλέον
χάσει την πληθυσμιακή της ομοιογένεια, μετά την έλευση προσφύγων από την Μικρά
Ασία και τον Πόντο.
Η φορεσιά του Ρουμλουκιού ξεχωρίζει όχι μόνο για τον πρωτότυπο
κεφαλόδεσμο αλλά για την απλότητα, σχεδόν δωρικότητα και την αυστηρότητα του
γενικού χρωματισμού της. Από τη ρουμλουκιώτικη φορεσιά λείπει το φόρτωμα με
υφάσματα που εμποδίζει να δείχνονται οι γραμμές του σώματος, όπως συμβαίνει με
τις περισσότερες ελληνικές φορεσιές. Οι νεαρές, ελεύθερες κοπέλες, οι νύφες, οι
ηλικιωμένες (μπάμπες), οι χήρες και οι πενθοφορούσες είχαν όλες την ίδια φορεσιά
με κάποιες σχετικές διαφοροποιήσεις, κυρίως στον κεφαλόδεσμο. Η νυφιάτικη
φορεσιά, τα χρυσά, είναι όμοια με τη γιορταστική με περισσότερη όμως πολυτέλεια
στα υφάσματα, πιο πλούσιο διάκοσμο και περισσότερα κοσμήματα. Τις καθημερινές
μέρες φορούσαν την πιο απλή, χαλασμένη φορεσιά χωρίς κανένα στολίδι
8

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ


ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ

Απέναντι απ την οροσειρά του Παρνασσού, στη λοφοσειρά της Κίρφης, σ ένα γυμνό οροπέδιο, βρίσκεται σκαρφαλωμένη η κωμόπολη της Δεσφίνας που ανήκει στο Νομό Φωκίδας με πρωτεύουσα την Άμφισσα (Σάλωνα).
Η ιστορία της ξεκινάει από πολύ παλιά, στα χρόνια των Πελασγών όπου και τη συναντάμε με την επωνυμία Εχεδάμεια ενώ τα βυζαντινά μνημεία της εκκλησίας των Ταξιαρχών και της μονής του Τιμίου Προδρόμου μιλούν για τη συνέχεια της ιστορίας που φθάνει ως τις μέρες μας.
Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Εθνομάρτυρας δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας που κήρυξε την επανάσταση στα 1821 στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με τον οπλαρχηγό Πανουριά.
Εδώ γεννήθηκε και μια από τις σημαντικές μορφές της Ελληνικής ζωγραφικής της γενιάς του 30, ο Παπαλουκάς.
Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς αλλά και μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι της Δεσφίνας κράτησαν τις παραδόσεις και τα έθιμα και χόρεψαν στους ρυθμούς του τσάμικου, του συρτού και του καγκελιού με τους ήχους του βιολιού, της πίπιζας, του λαούτου και του Νταουλιού φορώντας την τοπική παραδοσιακή φορεσιά ,πανέμορφη και γνωστή ως τις μέρες μας σαν μια από τις ωραιότερες παραδοσιακές φορεσιές.
Η επίσημη ανδρική φορεσιά, περιλάμβανε την φουστανέλα, ραμμένη από βαμβακερό υφαντοχασέ με 250 περίπου αλλεπάλληλες πτυχές σε δυο κομμάτια που ενώνονταν μεταξύ τους με κουμπιά. Το πουκάμισο που γινόταν από λευκό χασέ με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις πιέτες που κοσμούσαν το μπροστινό τμήμα, μικρό γιακά που κατέληγε σε μύτη και μανίκια που κατέληγαν στον καρπό είτε με κουμπιά, είτε ελεύθερα.
Το γιλέκο με βελούδινο μπορντώ και μαύρη τσόχα, κεντημένο με μαύρη κλωστή στο χέρι χειροποίητες θηλιές, ασημένια αλυσίδα και διακοσμητικά, ραμμένα στο πίσω μέρος των μανικιών. Οι κάλτσες που κάλυπταν όλο το πόδι εκτός από την πατούσα όπου κρεμούσαν μαύρα γονατάρια από λάστιχο ή μαύρο κορδόνι που κατέληγε σε φούντα στο πίσω μέρος του ποδιού, γνωστά με την επωνυμία, καλτσοδέτες. Το ντύσιμο του ποδιού, ολοκληρώνεται με το τσαρούχι.
Τα τσαρούχια ήταν φτιαγμένα από δέρμα βοδιού ή γαϊδάρου ειδικά επεξεργασμένα και πλουμισμένα με πούλιες. Για να τρίζουν στο περπάτημα, έβαζαν θειάφι στις σόλες ενώ οι σόλες ήταν γεμάτες καρφιά. Στην αρχή είχαν κόκκινο χρώμα ή κίτρινο αφού τους έδιναν την άδεια οι Τούρκοι. Αργότερα αντικαταστάθηκαν με το μαύρο χρώμα. Το δέσιμο της φορεσιάς ολοκληρώνεται με το στενό ζωνάρι (ζνάρ) με άσπρες και μπλε γραμμές. Η σκούφια της κεφαλής ήταν από μαύρο μάλλινο ύφασμα με κέντημα στο γείσο.
Η επίσημη γυναικεία φορεσιά περιλάμβανε το μισοφόρι από λευκό βαμβακερό ύφασμα με μανίκια που κατέληγε σε δαντέλα ή κοφτό φεστόνι. Το εξωτερικό φόρεμα που λεγόταν πουκάμισο και ήταν από διαφανές μεταξωτό, χρώματος μπεζ με λαιμόκοψη. Το σιγκούνι από ειδικό χοντρό ύφασμα που λεγόταν σεγκούνα, υφασμένο στον αργαλειό, αμάνικο, ανοικτό στο στήθος που έδενε με δυο κορδόνια, με μύτες στολισμένες με συρίτια στο πίσω μέρος που ήταν πεταχτό. Στο ύψος της περιφέρειας υπήρχαν δυο τρύπες για την υποδοχή του ζωναρι-ού. Το ζωνάρι ήταν κόκκινη τσόχα για την ελεύθερη γυναίκα και από μαύρο μάλλινο υφαντό για την παντρεμένη.
Η ποδιά από μπορντώ βυσσινί βελούδο που έδενε στο κλείσιμο του σε-γκουνιού. Κεντημένη με ανεβατό πλακέ και ριζοβολιά από χρυσή κλωστή και πούλιες. Το σχέδιο συνήθως περιλάμβανε κλάρες, λουλούδια, πουλιά αγγελάκια και κάλυπτε το κάτω μέρος της ποδιάς. Η ζώνη της ποδιάς (ποδι-όσνο) από βελούδο κεντημένο με τον ίδιο τρόπο. Το κεφαλομάντηλο από άσπρη μπαμπακέλα, τετράγωνη που δενόταν στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στερεωνόταν πίσω. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα τα κουμπουρέλια από μεταξοβάμβακο τοποθετημένα στο σημείο που δένονταν το μαντήλι. Το σύνολο ολοκληρώνεται από λευκές βαμβακερές κάλτσες που αντικατέστησαν τις μάλλινες ενώ τον παλιό καιρό φορούσαν πλουμισμένα τσαρούχια των οποίων τα χρώματα ήταν ανάλογα με την ηλικία. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από μαύρα δετά παπούτσια τις γιορτές και τα «μέστια» για κοινωνικές συγκεντρώσεις και το καλοκαίρι.. Τα μέστια ήταν σαν παντόφλες, σολιασμένα με λάστιχο, καμωμένα με μαύρη σεγκούνα και πλαϊνά με δέρμα που τα περνούσαν βερνίκι.
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το χει-ρομάντηλο από λευκό ύφασμα τοποθετημένο στην αριστερή εξωτερική πλευρά του σεγκουνιού. Τα κοσμήματα ήταν προαιρετικά ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Η καρφίτσα έκλεινε το μισοφόρι, στο λαιμό φορούσαν αλυσίδες, φλουριά και σταυρούς ενώ το άνοιγμα του σε-γκουνιού το κούμπωναν με συρματε-ρές ή σκαλιστές ασημένιες πόρπες.
Η κατασκευή των υφασμάτων γινόταν από το μαλλί των προβάτων που υπάρχουν και σήμερα στην Δεσφίνα. Το βάψιμο γινόταν σε καζάνια όπου τοποθετούσαν τα νήματα με φυσικά χρώματα. Για καφέ χρησιμοποιούσαν καρύδι, για μπεζ βελανίδια, σπαρτο-λούλουδα για κίτρινο, λαπαθόριζα με λουλάκι για μπλέ, κρεμμύδια για το κρεμεζί, ρίζες χόρτων για το κόκκινο. Η ύφανση γινόταν σε αργαλειό, εργασία επίπονη και βαριά όπως διασώζεται σε δημοτικό τραγούδι.
«..μα ο αργαλειός σκλαβιά σκλαβιά βαριά και πόνος». Σε όλη τη ζωή τους οι άνδρες δεν είχαν πολλές φορεσιές και θάβονταν με την τελευταία τους. Σε αντίθεση οι γυναικείες φορεσιές ήταν περισσότερες. Άλλη όταν ήταν νέα, άλλη για το γάμο, άλλη όταν γινόταν μάνα, άλλη όταν ήταν ενήλικη, άλλη σαν ηλικιωμένη. Το κορίτσι από τα 12 έως τα 17 ετοίμαζε τις φορεσιές που χρειαζόταν στη ζωή του ενώ στην τελευταία κατοικία φορούσαν την γεροντική. Σαν επίλογο θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι η ενασχόλησή μας με τις παραδοσιακές στολές, δεν είναι μια απλή καταγραφή με μουσειακό χαρακτήρα αλλά μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης που θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του τόπου μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η παραδοσιακή φορεσιά της Δεσφίνας, έκδοση Δήμου Δεσφίνας 2001-02

ΥΦΑΝΤΙΚΗ - ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ


ΥΦΑΝΤΙΚΗ - ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Σε αυτή μας την ανάρτηση θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια εισαγωγή σε Παραδοσιακό Επαγγέλματα αλλά και δραστηριότητες της λαϊκής μας παράδοσης που χάνονται και ο αργαλειός είναι ένα από αυτά.
Η εικόνα της κόρης που υφαίνει στον αργαλειό είναι σε όλους γνωστή, ακόμα και στους ανθρώπους που δεν την είδαν ποτέ στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί την έχει καθιερώσει σαν στερεότυπο μοτίβο της η ελληνική ποίηση από τον Όμηρο ως το δημοτικό τραγούδι. Στην Οδύσσεια ο Ερμής, σταλμένος από τον Δία στο νησί της Καλυψώς, βρίσκει τη νύμφη μέσα στη σπηλιά της να υφαίνει τραγουδώντας στον αργαλειό με χρυσή σαΐτα. Στο δημοτικό τραγούδι ο ξενιτεμένος , γυρνώντας ύστερα από χρόνια στην πατρίδα του, βρίσκει την καλή του στον αργαλειό να ρίχνει την σαΐτα. Η αγάπη της ποικιλίας, των πολύχρωμων και πολυποίκιλων πραμάτων, είναι χαρακτηριστικό των απλών ανθρώπων, των παιδιών και των γυναικών κατά τον Πλάτωνα. Η λαϊκή τέχνη είναι κι αυτή μια έκφραση της ψυχής των απλών ανθρώπων. Χαρακτηριστικό της είναι η χαρά του χρώματος και της ποικιλίας των σχεδίων, χαρά που εκδηλώνεται σ' όλα της τα δημιουργήματα. Ακμή της υφαντικής είχαμε σ' όλες τις περιοχής της σημερινής Ελλάδα και στις «χαμένες πατρίδες», πουθενά όμως η τέχνη αυτή δεν συνδέθηκε τόσο στενά με την οικογενειακή και οικονομική ζωή του λαού όσο στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου τη βλέπουμε ν' αποτελεί όχι μόνο πλουτοπαραγωγική πηγή, αλλά και σταθερό στοιχείο στα έθιμα, στις προλήψεις και στις παραδόσεις. Η σχέση του λαϊκού ανθρώπου με όλα τα πράγματα, μ' αυτά που ο ίδιος κατασκευάζει, αλλά και με την ύλη αυτή καθαυτή, δεν είναι μόνο σχέση πρακτική είναι και σχέση ψυχική, που για το λαϊκό άνθρωπο σημαίνει κυρίως σχέση μαγική. Η κλωστή που γνέθει η γυναίκα στη ρόκα της δεν είναι μονάχα η πρώτη ύλη του υφαντού της απεικονίζει συμβολικά και την τύχη της κλώστριας. «Κόβονται οι μέρες της», έλεγαν για τη γυναίκα που της κοβόταν συχνά η κλωστή πάνω στο κλώσιμο. Κι ο αργαλειός, το απαραίτητο εξάρτημα κάθε λαϊκού σπιτιού παλαιότερα, είναι κι αυτός στενά δεμένος με τις δοξασίες του λαού. Από τον αργαλειό βγήκαν από το τέλος του ΙΗ' ως τις αρχές του Κ' αιώνα, έργα υψηλής καλλιτεχνικής πνοής. Τόσο τα σχέδια, όσο και η διαύγεια και αρμονία των χρωμάτων, έδωσαν στα έργα αυτά της υφαντικής μια ξεχωριστή θέση στη μεταβυζαντινή λαϊκή τέχνη. Η παράδοση δεν επέτρεπε νεωτερισμούς και επιδράσεις στα μοτίβα. Τα σχέδια περνούσαν από την μάνα στην κόρη. Ωστόσο κάθε υφάντρα και μάλιστα εκείνες που είχαν αναπτυγμένο το καλλιτεχνικό ένστικτο, έδιναν και την προσωπική τους σφραγίδα. Η μεγάλη ακμή της υφαντικής στη Μακεδονία και ειδικότερα στο νομό Σερρών, είναι η περίοδος από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 20ου. Η υφαντική είχε μέσα σ' αυτή την χρονική περίοδο μια εντελώς ξεχωριστή θέση στη λαϊκή τέχνη των Ελλήνων της Βόρειας Ελλάδας, όχι μόνο ως οικιακή αλλά και ως εργαστηριακή τέχνη. Όταν τη συναντάμε στο πλαίσιο της οικοτεχνίας, απασχολούνται οι γυναίκες, ενώ στις βιοτεχνίες κυρίως οι άντρες.

 Ως εργαστηριακή τέχνη και βιοτεχνία, έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή του τόπου. Η υφαντική από το 1992 και μετά xρωστά πολλά στην εργατικότητα και στην καλλιτεχνική διάθεση των Ελλήνων προσφύγων, που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, κυρίως όσον αφορά στην ανάπτυξη της τεχνικής των χαλιών. Σήμερα ότι έχει σχέση με την υφαντική έχει αντικατασταθεί από τις μηχανές και συντελείται στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της χώρας μας και του εξωτερικού. Είναι κρίμα να καταργηθεί μια τέτοια κληρονομιά, που άλλα κράτη θα διατηρούσαν ως θησαυρό. Η πολιτεία πρέπει να δείξει την απαιτούμενη ευαισθησία ώστε να μην ολοκληρωθεί ο μαρασμός της λαϊκής τέχνης και της επαρχίας με παράλληλη ενίσχυση της αστυφιλίας και του εισαγόμενου μοντερνισμού.

Enhanced by Zemanta

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Η ανδρική φορεσιά της Αράχωβας.


Η ανδρική φορεσιά

Όσο για την ανδρική φορεσιά, ουσιαστικά δεν άλλαξε στο χρόνο. Η φουστανέλλα, η χαρακτηριστική φορεσιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, είναι “τετρακοσάρα” ή “τρακοσάρα” (ή και στενότερη), ανάλογα με τα λατζόλια.

Πάνω απ’ το λευκό χασεδένιο πλατυμάνικο πουκάμισο φοριέται “το σουκάρδ” δηλ. “το εσωκάρδιον”, γιλέκο κεντημένο με μεταξωτά γαϊτάνια.
Στη μέση το πλατύ ζωνάρι. Οι άσπρες κάλτσες είναι καλοτεντωμένες με “τα τσαγγόλουρα” και δένονται κάτω απ’ τα γόνατα με “τις γονατάρες” (=καλτσοδέτες), που είναι υφασμένες στον αργαλειό με χρωματιστά μετάξια και συχνά έχουν κεντημέν το όνομα του παλληκαριού και χρονολογία ⁻ ήταν συνήθως δώρα νυφιάτικα.
Τα καλά τσαρούχια με τη μαύρη μεγάλη φούντα στη μύτη και “η ατλαζένια σκούφια” στο κεφάλι, συμπληρώνουν τη λεβέντικη φορεσιά. Ομορφοστολισμένη είναι και η “δεύτερη φορεσιά” για καθημερινή χρήση : Η καμ’ζόλα και ο ντουλαμάς”.
Ας δούμε όμως τους στίχους του αραχωβίτη λαϊκού ποιητή Δ. Γιαννακόπουλου, που κάνει ποίηση την αραχωβίτικη ανδρική φορεσιά :
Ποιος είδε και δε θάϊμαξε την ατλαζένια σκούφια,
πόχει τερτήρια γύρωθε με μεταξένια χάρτσα,
τη λυγερή κορμοστασιά, τη μαύρη πουκαμίσα,
με τις πολλές κουφόπιεττες και με κουμπιά λουσάτα,
με τα γαζιά τα’ απανωτά, που παρασταίνουν φίδια…”

Η γυναικεία Φορεσιά της Αράχωβας.


Σε αυτήν την ανάρτηση συνεχίζουμε με τις Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές παρουσιάζοντας την γυναικεία φορεσιά της Αράχωβας. 

Η πανέμορφη φορεσιά της Αραχωβίτισσας στο διάβα του χρόνου έχει απλοποιηθεί ως προς τα κεντήματα του πουκάμισου και το στόλισμα της κεφαλής. Πολύτιμες πληροφορίες για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αραχωβίτικης φορεσιάς διέσωσε κυρίως η έρευνα της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η ντόπια παράδοση, αλλά και οι περιγραφές των περιηγητών.

Συγκεκριμένα, το πουκάμισο της παλιάς φορεσιάς ήταν άσπρο βαμβακερό υφαντό ⁻ χονδρό για την καθημερινή χρήση και λεπτότερο το γιορτινό. Το νυφιάτικο μπορούσε να είναι και μεταξωτό σε κόκκινο μουντό χρώμα, βαμμένο με ριζάρι. Το πουκάμισο το κεντούσε η Αραχωβίτισσα με στριφτά μετάξια, που τα έβαφε η ίδια. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι το παλιό πουκάμισο δεν είχε μανίκια. Γι’ αυτό πάνω απ’ το πουκάμισο φορούσαν τον τζάκο. Ήταν ένα είδος μπούστου με μανίκια ολοκέντητα με κεντήματα έξοχης τέχνης, τα γνωστά ως “Αραχωβίτικα”.
Αργότερα ο τζάκος καταργήθηκε και τα μανίκια μπαίνουν πια στο πουκάμισο, που έγινε μακρυμάνικο. Δυστυχώς όμως, όπως σημειώνει η Αγγελική Χατζημιχάλη, “τότε χάθηκαν και τα περίφημα κεντήματα, τα γνωστά ως Αραχωβίτικα, που ξεχώριζαν ανάμεσα στα κεντήματα της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου για τις σχηματοποιημένες ανθρώπινες μορφές τους. Σε μερικά από τα κεντήματα αυτά η αυστηρή σχηματοποίηση του ανθρώπινου σώματος αγγίζει τις πιο πρωτότυπες μορφές της Ελληνικής έκφρασης”. Μερικά από τα ανεκτίμητα αυτά κεντήματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στο ίδιο Μουσείο υπάρχει πουκάμισο παλιό από φορεσιά της Εύβοιας, που το σχέδιο του κεντήματός του ονομάζεται “Αράχωβα” ⁻ απόδειξη της φήμης, που είχαν τα κεντήματα της Αραχωβίτικης φορεσιάς.
Εκτός όμως από τον τζάκο καταργήθηκε και ο κεφαλόδεσμος. Παλιά η Αραχωβίτισσα φορούσε στο κεφάλι μικρό κόκκινο φέσι κεντημένο γύρω γύρω με φλουριά, “το φλωρόφεσο”. Αυτό στερεωνόταν στο κεφάλι με “το καμ(π)τσέλι”, λουρίδα που περνούσε κάτω από το σαγόνι ⁻ το φλωρόφεσο φοριόταν στη νυφιάτικη και γιορτινή φορεσιά. Αν το φέσι είχε ασημένια νομίσματα, το έλεγαν “ταλαρόσκουφα”. Μετά τα 40 χρόνια της η Αραχωβίτισσα το φέσι με τα νομίσματα το αντικαθιστούσε με κόκκινο σαρίκι, κεντημένο.
Τον κεφαλόδεσμο συμπλήρωνε στη νυφιάτικη φορεσιά “η μεταξωτή σκέπη με τα “τζερτζέφια” (=κεντήματα). Αυτή κάλυπτε το κεφάλι κι έπεφτε ελεύθερη ως κάτω από τη μέση. Ήταν περίπου 3 πήχεις μήκος. Την έλεγαν και “τσεβρέ”. Στη γιορτινή φορεσιά φοριόταν η διάφανη μεταξωτή “μπόλια”. Το χειμώνα φορούσαν “την μπαρέζα”, σκέπη μάλλινη.
Ο στολισμός της κεφαλής συμπληρωνόταν με την κοτσίδα, που τη στόλιζαν με νομίσματα. Στα 1676 ο περιηγητής Spon αναφέρει, πως οι Αραχωβίτισσες εκτός από τη φούστα και τα μανίκια τους στόλιζαν με νομίσματα και την κοτσίδα τους. Στο στόλισμα των μαλλιών “με τσαμπιά από κουμπάκια” αναφέρεται και ο Thomson στα 1730. Στα 1835 ο περιηγητής Cornille αναφέρεται στη συνήθεια να στολίζουν την κοτσίδα με νομίσματα. Τα κρεμούσαν από γαϊτάνι, που το έπλεκαν μαζί με την κοτσίδα.
Άλλα κοσμήματα των μαλλιών ήταν “τα πεσκούλια”, φούντες από μαύρο ή κρεμεζί μπιρσίμι και χρυσές κλωστές, που κρέμονταν από “ξενοκοτσίδα”, δηλ. πρόσθετη μακριά πλεξούδα από μαλλί προβάτου. Κοσμήματα επίσης, της κοτσίδας ήταν και “τα ασημένια μασούρια”, που τα στερέωναν στην άκρη της.
Στην παλιά φορεσιά οι κάλτσες ήταν μάλλινες από σαγάκι (μάλλινο ύφασμα της νεροτριβής). Δεν είχαν πατούσα και “το σκαρπίνι”, ένα σκοινί που περνούσε κάτω από το πέλμα, τις κρατούσε τεντωμένες στο πόδι. Κάτω από τα γόνατα τις έσφιγγαν με κεντημένες “γονατάρες” (=καλτσοδέτες). Στα πόδια φορούσαν τσαρούχια με θηλιές, “τα γουρνοτσάρουχα”. Αργότερα οι “σαγακιένιες κάλτσες” αντικαταστάθηκαν από άσπρες μάλλινες πλεγμένες με καλτσοβέλονες. Οι καθημερινές κάλτσες ήταν στολισμένες με πολύχρωμα σχέδια.
Πλούσια ήταν και τα κοσμήματα της παλιάς φορεσιάς : Τα “φληκωτάρια” (=θηλυκωτάρια), ήταν οι πόρπες, που έπιαναν το σιγκούνι κάτω απ’ το στήθος. Στο λαιμό φορούσαν “αράδα το τζιουρντάνι”. Στο στήθος “τις αλυσίδες με το π’λί” (=δικέφαλος με γάντζο, που καρφώνεται στο σιγκούνι συγκρατώντας τις αλυσίδες με το χαϊμαλί). “Το αρμάθι με τα φλουριά” και “το σκοινί με τα μαργαριτάρια” ήταν, επίσης, κοσμήματα της φορεσιάς.
Στα 1843 ο περιηγητής Chenavard αναφέρεται στα “δυό φαρδιά σκουλαρίκια της Αραχωβίτισσας, που σμίγουν με μια αλυσίδα ψιλή, που κρέμεται κάτω απ’ το σαγόνι και κυματίζει σε σχήμα περιδέραιου”.
Ας δούμε τώρα την απλοποιημένη φορεσιά. Εκτός απ’ τον τζάκο καταργήθηκε και το φλωρόφεσο, που αντικαταστάθηκε με “το κόκκινο τσεμπέρι” ⁻ πάνω απ’ το τσεμπέρι φόρεσαν “το κρεμεζί μαντήλι” στη θέση της στενόμακρης σκέπης ή της μπόλιας. Αργότερα τα δυό αυτά μαντήλια, “τα φακιόλια”, αντικαταστάθηκαν απ’ το σημερινό μεταξωτό λευκό κεφαλομάντηλο, “τη γάζα με τα κουμπουρέλια”, που λέγεται και σκέπη.
Αλλά και το μακρυμάνικο κεντημένο πουκάμισο, “το γραφτό”, αντικαταστάθηκε με το μεταξωτό πουκάμισο (ουγιωτό, κουρκουτιαστό ή σκέτο).
Απαράλλαχτο παρέμεινε ως σήμερα το λευκό σιγκούνι της φορεσιάς από “σαγάκι”, όπως λέγεται το μάλλινο υφαντό ύφασμα και κατ’ επέκταση το καθημερινό σιγκούνι. Είναι κεντημένο με το “λαζούρ” , κόκκινη βαμβακερή κλωστή. Το νυφιάτικο και γιορτινό σιγκούνι έχει επένδυση τσόχας και είναι κεντημένο με χρυσογάιτανα.
Η παλιά “ρούχινη ποδιά” από κόκκινο ψιλονεσμένο υφαντό αντικαταστάθηκε παλιότερα απ’ τη βελούδινη βαθυκόκκινη ποδιά. Τα παραδοσιακά σχέδια, ροδιά, πύργος και κλάρα κεντιούνται ως σήμερα ⁻ όμως γύρω στα 1900 καταργήθηκε ένα παλιότερο σχέδιο με δύο αντικρυστά πουλιά (σώζεται σε φωτογραφία).
Τα δύο χρυσοκεντημένα “ποδιόσκοινα” σε μαύρη τσόχα συγκρατούν την ποδιά και δένονται μπροστά ⁻ καταλήγουν σε χρυσά γαϊτάνια με δύο χρυσές φούντες, όπως και στην παλιά φορεσιά.
Ο φκάς (=φουκάς), το μεγάλο ζωνάρι (μάκρος 3μ. και φάρδος 0,20 εκ.), διπλωμένος στα δύο στο μάκρος, τυλιγόταν δυό – τρεις βόλτες κάτω απ’ τη μέση σφίγγοντας το σιγκούνι. Ο φκάς από παλιά ως σήμερα έχει χρώμα κόκκινο για τις κοπέλες ⁻ για τις παντρεμένες είναι μαύρος ριγωτός ή σκέτος.
Στην παλιά φορεσιά απαραίτητο ήταν και “το μαντηλάκι με τη χρυσή μπιρμπίλα”, ολόγυρα, που στερεωνόταν στο ποδιόσκοινο κι έπεφτε πάνω στην ποδιά.
Σημαντική είναι η έρευνα της Αγγελικής Χατζημιχάλη για την καταγωγή της φορεσιάς. Συγκεκριμένα το πουκάμισο, που στο Βυζάντιο λεγόταν “καμίσιον”, κατάγεται από το χιτώνα ⁻ για τούτο και στην αρχική του μορφή έλειπαν τα μανίκια. Ο τζάκος κατάγεται από το βυζαντινό “τζιτζάκιον”. Το καπιτσάλι (=καμτσέλι) , υποσιαγώνια λουρίδα, που συγκρατεί το σκούφο, αναφέρεται επίσης στα βυζαντινά κείμενα, το ίδιο και η σκέπη. Το συγκούνι είναι η εξέλιξη από το βυζαντινό “σαγίον”, ρούχο υφαντό από γιδόμαλλο, που χρησίμευε για προφύλαξηαπό το κρύο.